Εισαγωγή
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τα ΦΑΡΑΣΑ αποτελούνταν από το κεφαλοχώρι Βαρασός και την "πλειάδα" των ελληνικών ομόγλωσσων χωριών: Αφσάρι, Κίσκα, Σαττί, και Τσουχούρι, που βρίσκονταν ΒΑ του Βαρασού, προς την πλευρά της Καισαρείας και το Κάρσαντι, ΝΔ προς την πλευρά των Αδάνων.
Για το Κάρσαντι, που ήταν πολύ μακρύτερα, ΝΔ του Βαρασού χρειάζονταν δυο - τρεις ημέρες δρόμο. Για το Αφσάρι οι Φαρασιώτες χρειάζονταν μια μέρα δρόμο, "μo το βουρτόνι" (με το μουλάρι) και άλλη μια μέρα από το Αφσάρι για τα άλλα χωριά: Κίσκα, Σαττί, Τσουχούρι, τα οποία μεταξύ τους απείχαν μισή ως μια ώρα δρόμο. Εδώ εντάσσονται και τα τουρκόφωνα ή δίγλωσσα χριστιανικά χωριά: Ταστσί, Χοστσάς, Μπεσκαρdάς, Κϋρϋμτζέ (Γαριπτσάς). Κοντά σ' αυτά ήταν και τα τουρκόφωνα ή δίγλωσσα χριστιανικά χωριά: Καράτζορεν, Ζήλε. Υπήρχαν ακόμη δυο χωριά το Μπαχτζετζίκι και Τσαϊρλήκ που διαλύθηκαν λίγα χρόνια πριν την Ανταλλαγή.
Όλα τα ελληνικά χωριά και άλλα δέκα περίπου τουρκικά ήταν μεχταρλίκια. Δηλαδή Κοινότητες με τον Κοινοτάρχη (muhtar) και το Κοινοτικό Συμβούλιο (muhtar meclis) αποτελούμενο από 5-7 αιρετούς άρχοντες που εκλέγονταν τον Ιανουάριο, για ένα χρόνο. Έδρα του Δήμου τους ήταν η Κίσκα. Οι κάτοικοι όλων των ελληνόφωνων χωριών μιλούσαν την κοινή Καππαδοκική διάλεκτο, "το γλωσσικό ιδίωμα των Φαράσων". Οι Φαρασιώτες, όταν αναφέρονταν στη γλώσσα τους, έλεγαν "το μέρτο η γώσσα" ή "τα ρωμάκα".
Για τη γλώσσα των Φαρασιωτών ο Ιστορικός Π. Καρολίδης γράφει1:
«Ο γνησιότερος τύπος της Καππαδοκικής γλώσσης, αι πλείσται Καππαδοκικαί λέξεις, και εν γένει τα σπουδαιότερα, ως μοι φαίνονται, λείψανα της γλώσσης εκείνης εσώθησαν εν τη γλώσση των Φαρασιωτών. . . Επειδή η Φαρασιωτική διάλεκτος είναι η σπουδαιότερα διασώσασα λείψανα της εν Καππαδοκία λαλουμένης ποτέ προελληνικής Αρίας, ταύτην κυρίως έχομεν υπ' όψιν ομιλούντες υπό γλωσσολογικήν έποψιν περί της Ελληνικής διαλέκτου της Καππαδοκίας».
Το Κ. Μ. Σ. αναφέρει ως Φάρασα μόνο το Βαρασό και τα άλλα χωριά ως "Αποικίες των Φαράσων". Την ίδια ορολογία ακολουθούν και οι συγγραφείς που αναφέρονται στα Φάρασα.
Στο θέμα αυτό συμφωνώ με τον αιδ. πατέρα Θόδωρο Θεοδωρίδη που επιμένει στα γραπτά του να αποκαλεί Φάρασα, όλα τα χωριά, με κεφαλοχώρι το Βαρασό.
ΦΑΡΑΣΑ (ΒΑΡΑΣΟΣ)
Ο Βαρασός2 (ΦΑΡΑΣΑ, Τσάμλιτζα - Camlιca η σημερινή ονομασία) βρίσκεται στις ΒΑ πλαγιές του Αλά ντάγ, 89 χλμ. Ν της Καισαρείας και 103 χλμ. Β-ΒΑ των Αδάνων. Ο ποταμός Ζαμάντη (Ονοπνίκτης) περνάει σε απόσταση 2,5 χλμ.. Οι κάτοικοι το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (204 οικογένειες – 583 άτομα) και ελάχιστοι Τούρκοι (15 άτομα περίπου). Τα Φάρασα είχαν δύο μουχταρλίκια (του πάνω μεχά και του κάτω μεχά. Υπάγονταν στο μουδουρλίκι του Γιάχγιαλι, στο μουτεσαριφλίκι της Καισαρείας και στο Βαλελίκι της Άγκυρας. Εκκλησιαστικά ανήκαν στη Μητρόπολη της Καισαρείας.
Μέσα 18ου αιώνα και πριν αποσπαστούν τα χωριά Καρσαντί και Αφσάρι, ο Βαρασός είχε πάνω από χίλιες οικογένειες.
Ο Καρολίδης σημειώνει3:
«….τα δε Φάρασα αποτελούσι την μόνην απωσούν πολυάνθρωπον κωμόπολιν εν μέσω των κατά τας συσκίους κλιτύας ή αποτόμους φάραγγας πλανωμένων νομαδικών τουρκομανικών φυλών, ένθεν δε υπό ιστορικήν και εθνολογικήν έποψιν οι κάτοικοι των Φαράσων μετά της Χριστιανικής θρησκείας, της αρχαϊκής αυτών Ελληνικής διαλέκτου ανακαλούσιν εις τον νουν του περιηγητού ολόκληρον ιστορικόν κόσμον του παρελθόντος εν μέσω της Σκυθών ερημίας του ενεστώτος. Τα Φάρασα είναι σπουδαίον λείψανον της Βυζαντινής και μεσαιωνικής Καππαδοκίας και του Καππαδοκικού Βυζαντινού Ελληνισμού, οίος εμορφώθη ούτος εκ της αναμίξεως των παλαιών Καππαδοκών μετά των εποικησάντων Ελλήνων, συγχωνευθέντων δια του χριστιανισμού. Είναι δε και σπουδαίον κέντρον των κατά τον νότιον Αντίταυρον διεσπαρμένων Ελληνοφώνων Καππαδοκών…»
Οι πρώτοι κάτοικοι του Αφσαριού και του Καρσαντί (η πλειονότητα τουλάχιστο) ήταν έποικοι από το Βαρασό (αρχές του 18ου αιώνα). Κατόπι από το Αφσάρι ίδρυσαν τα χωριά: Σαττί, Κίσκα, Τσουχούρι. Στην Κίσκα (Κισκισσός) ήταν η έδρα του Μουτούρη (Τούρκου Δημάρχου). Εκεί υπήρχε ήδη οικισμός Ρωμιών τουρκόφωνων και Τούρκων κατοίκων κυρίως υπαλλήλων του Δήμου.
Ο Βαρασός δεν ανήκε διοικητικά στην Κίσκα αλλά στην Καισάρεια. Μερικές οικογένειες από το Βαρασό και από το Αφσάρι μετοίκησαν στην Κιουρούμτζα. Αυτές οι οικογένειες, κατά την Ανταλλαγή μιλούσαν τουρκικά. Μια γειτονιά "Φάρασα μαχλεσί" και μια γειτονιά "Αφσάρι μαχλεσί" αναφέρονταν στην Κιουρούμτζα, από τους πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα. Ωστόσο, στην περιοχή των "αποικιών" ήλθαν "τζάκια" και από άλλα χωριά της Καππαδοκίας και από τον "Μακρινό Πόντο". Ενδεικτικά αναφέρω πως ο παππούς της μητέρας μου, ο Βασίλειος Τσαγμέν (cağmen: λαμπρός, ένδοξος), ήλθε από την Αμάσεια του Πόντου (προς Πόντον Καππαδοκία) και εγκαταστάθηκε στο Σαττί όπου και δημιούργησε οικογένεια. Οι Σκεντέριδες ήλθαν από την Καισάρεια καταγόμενοι από την Αλεξανδρέττα (εξ ου και το επώνυμο) και εγκαταστάθηκαν στο Αφσάρι.
Έχουμε συνεπώς, στις απρόσιτες για τους Τούρκους βουνοκορφές του οροπεδίου, τα Φάρασα, αυτήν την «Πούλια του Αντίταυρου με τα εφτά αστέρια»: Ο Βαρασός αστέρας α΄ μεγέθους, τα δυο Κάρσαντι (β΄), Αφσάρι (β΄), τα τρία (γ΄ μεγέθους): η Κίσκα, το Σαττί και το Τσουχούρι. Το Ξουρδζάιδι διάττων αστέρας. Η Μέλπω Μερλιέ σημειώνει4:
«Πέντε είναι οι αποικίες, αλλά δύο οι κατ' ευθείαν αποικίες των Φαράσων, το Αφσάρι και το Φκόσι (Κάρσαντι). Οι άλλες τρεις, η Κίσκα, το Σατί και το Τσουχούρι, είναι αποικίες του Αφσαριού, σα να λέμε εγγόνια των Φαράσων. . .»
Το Αφσάρι και οι αποικίες του ήταν μουχταρλίκια και υπάγονταν στο μουδουρλίκι της Κίσκας, στο καϊμακαμλίκι του Φέκε, στο μουτασαριφλίκι του Σίσι (Κοζάν) και στο βαλελίκι των Αδάνων. Εκκλησιαστικά ανήκαν στη μητρόπολη της Καισαρείας.
Ο αοίδιμος Παπά Θόδωρος Θεοδωρίδης, (από μάνα Βαρασιώτης και πατέρα Καρσαντιλού) συγγραφέας μελετητής της ιστορίας και λαογραφίας των Φαράσων, αναφέρει πως υπήρχε ακόμη ένα χριστιανικό ελληνόφωνο χωριό το Ξουρδζάιδι5:
«ΝΔ του Βαρασού, 3-4 ώρες δρόμο, είναι μια μεγάλη χαράδρα με ομώνυμο ρύακα,. . που μέσα σ' αυτή ήτο άλλοτε το ρωμαίικο χωριό Ξουρδζάιδι. Το χωριό αυτό 100-150 χρόνια πριν την Ανταλλαγή, διαλύθηκε και μερικές οικογένειες ήρθαν στο Βαρασό (έχτισαν τον πάνω μεχά) και άλλες πήγαν στο Φκόσι ή Κάρσαντι, και γι' αυτό ονομάστηκε Πος-Γαράκιοϊ. Οι νέοι αυτοί κάτοικοι και στα δυο χωριά είχαν το παρωνύμιο Ξουρδζαϊδώτοι»
Ο Οκτάβ Μερλιέ γράφει για τα Φάρασα6:
"Χαμένα μέσα στα υψίπεδα της Καππαδοκίας τα Φάρασα, στα βάθη
της Μικράς Ασίας, παρέμειναν μια εστία Ελληνισμού. Εκεί πάνω δεν ήταν
πλέον Ευρώπη, είναι Ανατολή. Και όμως τα Φάρασα είναι το πρώτο
προκεχωρημένο φυλάκιο της Ευρώπης"
ΚΑΡΣΑΝΤΙ (ΦΚΟΣΙ, ΠΟΣΤ ΚΑΡΑ ΚΙΟΪ)
Ο οικισμός βρισκόταν στις πλαγιές του Αλά νταγ, στα όρια Καππαδοκίας – Κιλικίας, στη νοητή γραμμή Καισάρεια – Άδανα, σε απόσταση 105 χλμ. από τα Άδανα (οδικώς) και 130 από την Καισάρεια. Πριν από την Ανταλλαγή ήταν έδρα Δήμου (Μουdούρ). Και σήμερα στην Τουρκία είναι έδρα Δήμου και διατηρεί το όνομα Καρσαντί, αλλά το επίσημο είναι Αλά Νταγ. Μεταξύ των κατοίκων, το χωριό ήταν γνωστό ως Καρσαντί, στα επίσημα έγγραφα ήταν Ποστ Καρά κιόι. Οι Βαρασιώτες το έλεγαν Φκόσι (το), παρά τις διαμαρτυρίες των ίδιων των Καρσαντιλούδων που το ονομάζουν Καρσαντί. Οι ίδιοι οι Καρσαντιλούδες πίστευαν πως το χωριό τους βρίσκεται στην Κιλικία και όχι στην Καππαδοκία. Γι΄ αυτό συστήνονται ως Κίλικες.
"Το Κάρσαντι7 (τουρκ. Mansurlu) βρίσκεται 42 χιλ. Ν-ΝΔ των Φαράσων και 129 χιλ. Ν - ΝΔ της Καισάρειας στις βόρειες πλαγιές του Καλέ νταγ (Αλά νταγ). Οι κάτοικοί του τη στιγμή της Ανταλλαγής ήταν
Έλληνες ελληνόφωνοι (53 οικογένειες-208 άτομα). Το Κάρσαντι ήταν μουδουρλίκι και υπαγόταν στο Βαλελίκι των Αδάνων.
Ο Κάλφογλους σημειώνει8:
«ΠΟΣΤ ΚΑΡΑ ΚΙΟΪ. Φάρασανην δζουνουπινδέ 400 χανελί (200 Ισλάμ βε κουσουρή Ρουμ ολμάκ ουζερέ) πιρ καργέδιρ».
(Σε απόσταση από τα Φάρασα, είναι ένα χωριό με 400 οικογένειες από τις οποίες 200 Μουσουλμάνοι και οι λοιποί Ρωμιοί.)
Παρατηρούμε πως σε 25 χρόνια (1898-1924) ο πληθυσμός έπεσε στο ένα τέταρτο (¼).
ΑΦΣΑΡΙ
Το Αφσάρι9 (Avsar) βρίσκεται 75 χλμ. Ν - ΝΑ της Καισαρείας και 22 χλμ. ΒΑ των Φαράσων, μέσα σε ρεματιά και στις δυτικές πλαγιές του Τσαμbάζ ντάγ, πρόβουνου του Κοζάν ντάγ (Αντίταυρος). Οι κάτοικοί του το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (44 οικογένειες – 186 άτομα).
Το Αφσάρι βρισκόταν μια μέρα δρόμο ΒA του Βαρασού. Ήταν το δεύτερο από τα χωριά που αποσπάστηκαν από το Βαρασό στα μέσα του 18ου αιώνα. Προηγήθηκε το Καρσαντί.
«Το Αφσάρι πρέπει να έχει σχέση με τους Ισαύρους που ήσαν ένας λαός από τους αρχαίους λαούς της Μικρασίας που ζούσε στα όρη και κυρίως στις οροσειρές του Ταύρου και Αντίταυρου» (χειρόγραφο του Παπά Θόδωρου).
Ι. Κάλφογλους, γράφει10:
«Έξω από το χωριό εις μέρος το οποίον λέγεται "Δερεδζέ" ευρίσκεται ένας μεγάλος βράχος ύψους 100 πήχεων, που ονομάζεται Δελικλί τας (τρύπια πέτρα) μέσα εις την οποίαν υπάρχει μια σκαλιστή πολύ ωραία εκκλησία ύψους 12 πήχεων. Οι μόνιμοι κάτοικοι του Αυσάρκιοϊ φτάνουν τις 150 ελληνικές οικογένειες. Η τοποθεσία του είναι βραχώδης, πετρώδης και πολύ ανωφερής».
Παρατηρούμε πως μέσα σε 25 χρόνια (1898-1924) ο πληθυσμός μειώθηκε στο ένα τρίτο (1/3), από 150 έφτασαν εδώ 44 οικογένειες.
ΣΑΤΤΙ
Ο Κάλφογλους αναφέρει11:
«Μισή ώρα μακριά από την Κίσκα, βρίσκεται ένα μικρό χωριό Ρωμιών με 90 οικογένειες».
Ο Λεβίδης αναφέρει12:
«Εν Σάτη ευρέθησαν σπήλαια, εν οις πολλά οστά ανθρώπων. Ίσως τα σπήλαια ταύτα εχρησίμευον ως κατακόμβαι ή κοιμητήρια καθότι ευρίσκονται και πολλά δακρυδόχα αγγεία υέλινα, εν ενί δε ευρέθησαν τα πτώματα ορθίως ιστάμενα και κεχωσμένα. . .»
Ο Λεβίδης στις αρχές του 20ου αιώνα σημειώνει ακόμη13:
«ΣΑΤΗ. Η Σάτη προ 37 ετών συνοικισθείσα εκ των αποίκων της Αυσάρ κιοϊ, σύγκειται εξ οικιών 23. Οι κάτοικοι, την γλώσσαν ελληνόφωνοι, το δόγμα ορθόδοξοι
έχοντες μιαν εκκλησίαν τιμωμένην επ’ ονόματι των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Ιερέα ένα. Ημίσειαν ώραν μακράν αυτής αρχαίον κτίριον ακέραιον σωζόμενον και Μοναστήριον καλούμενον, ου οι λίθοι υπερμεγέθεις».
Αν πάμε 37 χρόνια πίσω από το 1904, χρονιά που γράφει στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ο οικισμός πρέπει να στήθηκε, κατά τον Λεβίδη, στα 1870.
Το Σαττί14 (διατηρεί και σήμερα το ίδιο όνομα) βρίσκεται 64 χιλ. ΝΑ της Καισαρείας και 38,5 χιλ. ΒΑ των Φαράσων, στην κοιλάδα του Ταχταλίμεζαρ ντερέ, παραπόταμου του Ζαμάντη. Οι κάτοικοί του το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (47 οικογένειες - 180 άτομα).
Ο Κάλφογλους αναφέρει 90 οικογένειες το 1897 και ο Λεβίδης 23 οικογένειες στα 1905. Το Κ. Μ. Σ. υπολογίζει σε 47 τις οικογένειες που ήλθαν από το Σαττί με την Ανταλλαγή. Σύμφωνα με μαρτυρίες προσφύγων, το χωριό χτίστηκε στα μέσα του 19ου αι. από 15 - 20 οικογένειες που ήλθαν από το Αφσάρι και ύστερα από λίγα χρόνια, ήλθαν 5-6 οικογένειες από την Κίσκα. Αν πάρουμε "τοις μετρητοίς" τους αριθμούς που μας δίνουν ο Κάλφογλους και ο Λεβίδης, παρατηρούμε μια δραματική μείωση του πληθυσμού κατά τη δεκαετία ανάμεσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. και μια ανάκαμψη πριν την Ανταλλαγή.
ΤΣΟΥΧΟΥΡΙ
Τσουχούρ γιουρτ το έλεγαν οι Τούρκοι και πρέπει να διαστέλλεται από το Τσουχούρι, ελληνικό χωριό στα Βόρεια της Καισαρείας. Ο Κάλφογλους σημειώνει15:
«Κάϊσεριεδετ 15 σαατ ουζακδά τεκλίμ τεκλίμ Ρουμ Ορθόδοξοσλαρδαν μουρεκκέπ ολμάκ ουζερέ 120 χανελί καργέδιρ».
(Από την Καισάρεια 15 ώρες μακριά είναι ένα χωριό με συνολικό πληθυσμό 120 οικογένειες: Ρωμιοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί.)
Ο Λεβίδης αναφέρει: «ΤΣΟΥΚΟΥΡ-ΓΟΥΡΤ. Κώμη συνοικισθείσα προ 40 ετών εκ των μετοίκων της Αυσάρ-κιοϊ και έχουσαν οικογενείας ορθοδόξους 50, εκκλησίαν μίαν, τιμωμένην επ' ονόματι του Αγίου Νικολάου. Σχολείον δεν έχουσιν, αλλ' η γλώσσα ελληνική. Ιερέα δ' έχουσιν ένα». (Α. Λεβίδης, στο “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, 1905 σελ. 150).
Το Κ.Μ.Σ σημειώνει16:
«Το Τσουχούρι (Cukuryurt) βρίσκεται 60 χλμ. ΝΑ της Καισάρειας και 39 χλμ. ΒΑ των Φαράσων, στην κοιλάδα του Ζαμάντη. Οι κάτοικοί του το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (83 οικογένειες - 377 άτομα)».
Ο Κάλφογλους (1898) μας δίνει 120 οικογένειες, ο Λεβίδης (1905) αριθμεί 50 οικογένειες και το Κ. Μ. Σ. μέτρησε 83 οικογένειες ανταλλάξιμους. Ιστορικά δεν αναφέρονται δραματικά γεγονότα που να δικαιολογούν τόσο μεγάλες διαφορές.
ΚΙΣΚΕ
Η Κίσκα, για τους ελληνόφωνους των Φαράσων, Κίσκε για τους τουρκόφωνους, ήταν τρεις μέρες δρόμο ΝΑ της Καισαρείας, έδρα του Δήμου Ρουμ Ναχιεσί (Επαρχία Ρωμιών). Οι Ρωμιοί «λαλούσι την βαραχιωτικήν γλώσσαν», προερχόμενοι οι περισσότεροι από το Αφσάρι. Υπήρχαν και 20 περίπου οικογένειες Τούρκων οι οποίοι ήταν διοικητικοί υπάλληλοι του Δήμου ή πρόσφεραν βοηθητικές υπηρεσίες στους Ρωμιούς.
Ο Κάλφογλους αναφέρει17:
«ΚΙΣΚΕ, Ρούμδζε ισμί Κισκισσός ολούπ, Κάϊσεριδεν 18 σαάτ ουζακδά βε δζουνούπι σαρκ (ΝΑ) δζιχετινδέ Ζαμαντή (Ονοπνίκτης = Φηραχτήν) ηρμαγηνήν γιανηνδά εσκί πιρ καργέδιρ, πουραδά Χριστιανλήκ ζεμανλαρηνδάν εβέλ χεκ οληνμής, Ρούμδζα λεβχαλάρ πουληνμήσδηρ. Βακτή ιλέ επισκοπή ιδί. Μεβδζούδ 100 χανέ εχαλινίν άνδζακ 20 χανεσί ισλάμδηρ».
[ΚΙΣΚΕ, Το ελληνικό της όνομα είναι Κισκισσός. Είναι ένα αρχαίο χωριό 18 ώρες μακριά από την Καισάρεια στα ΝΑ κοντά στον ποταμό Ζαμάντη (Ονοπνίκτης = Φηραχτήν). Εδώ βρέθηκαν σκαλιστές ελληνικές επιγραφές προ χριστιανικής εποχής. Άλλοτε υπήρξε επισκοπή. Έχει 100 οικογένειες, από τις οποίες μόλις 20 είναι ισλαμικές].
Ο Λεβίδης έξι χρόνια πιο ύστερα σημειώνει18: ΚΙΣΚΕ.
«Η κώμη αύτη, πρωτεύουσα Δημαρχίας, είναι δε η αρχαία Κισκισός, Επισκοπή της πρώτης Καππαδοκίας, κειμένη ΝΑ της Καισαρείας και απέχουσα αυτής ώρας 18. Υπάρχουσι πολλά ερείπια εκκλησιών, πασών Βυζαντινής εποχής μετά πελωρίων εξειργασμένων λίθων. Επί λόφου προς Ν υπάρχει εκκλησία σταυρωειδώς εκτισμένη, ής οι τοίχοι σώζονται μετά τριών πυλώνων και Ιερού Βήματος. Οι νυν Κισκαιοί εισιν άποικοι της Αυσάρ-κιοϊ και λαλούσι την βαραχιωτικήν γλώσσαν. Συγκείμενοι δ' εκ 40 οικογενειών έχουσιν εκκλησίαν τιμωμένην επ' ονόματι του Αγίου Ανδρέου και ένα ιερέα και μικρόν Σχολείον. Οι δέ Χριστιανοί της δύο ώρας απ' αυτής απεχούσης αρχαίας κώμης Καλέ μετώκησαν εις άλλας κώμας και η εκκλησία ηρειπώθη».
Το Κ. Μ. Σ. σημειώνει19:
«Η Κίσκα (Kisge) βρίσκεται 67 χλμ. ΝΑ της Καισαρείας και 36,5 χλμ. ΒΑ από τα Φάρασα, στην κοιλάδα του Ταχταλί Μεζάρ ντερέ, αριστερού παραπόταμου του Ζαμάντη. Οι κάτοικοί της το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (71 οικογένειες – 314 άτομα) και Τούρκοι (100 άτομα περίπου)».
Ο Κάλφογλους (1898) δίνει 80 οικογένειες, ο Λεβίδης (1905) 40 οικ. Και το Κ. Μ. Σ. (1924) 71 οικ.
Ο ΒΑΡΑΣΟΣ, ήταν απομονωμένος, όχι μόνο από όλα τα αστικά και ημιαστικά κέντρα της Καππαδοκίας, αλλά ακόμη και από τις αποικίες του. Ωστόσο, ήταν η μητρόπολη όλων των Φαρασιώτικων ομόγλωσσων χωριών και το θρησκευτικό τους κέντρο. Συνεπώς εκεί γίνονταν τα σπουδαιότερα πολιτιστικά και πολιτισμικά δρώμενα, τα οποία σχεδόν πάντοτε ήταν συνυφασμένα με θρησκευτικά λατρευτικά έθιμα.
Ο Βαρασός ήταν μια κωμόπολη χτισμένη πάνω σε απρόσιτα φαράγγια του Αντίταυρου, στο μέσο περίπου της απόστασης ανάμεσα στην Καισάρεια και στα Άδανα. Καρόδρομοι δεν υπήρχαν σε απόσταση 40 - 50 χιλιόμετρα20.
Πρέπει να τονίσουμε όμως, πως δεν υπήρχε σχέση εξαρτήσεως "μητρόπολης προς αποικίες", ανάμεσα στο Βαρασό και στα γύρω χωριά. Οι κάτοικοι των αποικιών πήγαιναν στο Βαρασό στις μεγάλες γιορτές και στα πανηγύρια (ζιαρέτ). Οι αποικίες όμως ήταν, κατά κανόνα, πιο εύρωστες οικονομικά. Οι Βαρασιώτες πήγαιναν ως εποχικοί εργάτες στις αποικίες το καλοκαίρι.
Οι γονείς μου, Βασίλειος και Δέσποινα, ήλθαν με τους «Ανταλλάξιμους» από το Σαττί Φαράσων. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε πρώτα στα Γρεβενά, πέρασε στα Πετρανά Κοζάνης και ύστερα στο Πλατύ Ημαθίας, όπου και μεγάλωσα, ανάμεσα σε γειτονιές προσφύγων από τα χωριά των Φαράσων. Εκεί που ακόμη και σήμερα πολλοί “πρόσφυγες” δεύτερης και τρίτης γενεάς, μιλούν τα «Ρωμάκα» (το Φαρασιώτικο ιδίωμα της Καππαδοκίας).
Γνώρισα και κουβέντιασα με πρόσφυγες Καππαδόκες στους οικισμούς Πλατύ, Πετρανά και Βαθύλακκο Κοζάνης, Μπούρα (Δοξαρά) Γρεβενών, Αγροσυκέα και Μυλότοπο Γιαννιτσών.
Στο παρόν πόνημα περιέχονται μερικά παραμύθια και παραδόσεις από πληροφορίες που πήρα από Ανταλλάξιμους..
Στη συλλογή περιλαμβάνονται και 7 παραμύθια του Dawkins.
O R.M.Dawkins (1871-1956), καθηγητής του Πανεπιστημίου Cambridge και του British School of Athens, επισκέφτηκε τη Μ. Ασία 4 φορές (1909- 1914) και συγκέντρωσε υλικό από Πόντο, Καππαδοκία και λοιπή Μ. Ασία. Το πλούσιο γλωσσικό υλικό, περιλαμβάνεται στο έργο του "Modern greek in Asia Minor (Cambridge, 1916).
Αισθάνομαι την ανάγκη να αφιερώσω αυτό το μικρό πόνημα στον πνευματικό μου Παπά Θόδωρο Θεοδωρίδη, στους γονείς μου, στη γιαγιά μου παπαδιά Ευλαμπία, στους συγγενείς Δημητρό και Κυριακή και στους γνωστούς που μου διηγήθηκαν τα παραμύθια.
Εκφράζω τις ευχαριστίες μου στο προσωπικό του Κ.Μ.Σ. που μου προσφέρει “φιλοξενία” όποτε χρειαστώ πρόσβαση στο πλούσιο Αρχείο του, στον αγαπητό Χάρη Σαπουντζάκη που είχε την υπομονή να διαβάσει τα χειρόγραφα και να κάνει τις διορθώσεις των και στον εκλεκτό «επίτιμο» Φαρασιώτη Μάκη Λυκούδη θερμές ευχαριστίες γιατί χωρίς την υπομονή και επιμονή του δεν θα είχαμε στα χέρια μας αυτό το καλαίσθητο βιβλίο.
Σημειώσεις:
1. Π. Καρολίδου, «Γλωσσάριον συγκριτικόν ελληνοκαππαδοκικών λέξεων,
ήτοι η εν Καππαδοκία λαλουμένη ελληνική διάλεκτος και τα εν αυτή
σωζόμενα ίχνη της αρχαίας Καππαδοκικής γλώσσης». Εν Σμύρνη 1885
σελ. 33-37.
2. Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (Κ. Μ. Σ.) «Η ΕΞΟΔΟΣ». Εισαγωγή -
εποπτεία Π. Μ. Κιτρομηλίδη, επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου, τ. Β΄ ΑΘΗΝΑ,
1982 σελ. 30.
3. Π. Καρολίδου ανωτ. σ. 33 – 34.
4. Μέλπως Μερλιέ, «Οι Ελληνικές κοινότητες στη σύγχρονη Καππαδοκία»,
Κ. Μ. Σ., «ΔΕΛΤΙΟ», τ. Α΄, ΑΘΗΝΑ, 1977,σελ. 65.
5. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεόδ. Θεοδωρίδου «Τοπωνύμια και Λαογραφικά
των Φαράσων της Καππαδοκίας». «Μικρασιατικά Χρονικά», Σύγγραμμα
Περιοδικόν της Ενώσεως Σμυρναίων, τ. ΙΓ΄ 1967, σελ. 209 και τ. ΙΔ΄
1970 σελ. 152.
6. ΟCΤAVΕ MERLIER, «Proverbes de Farassa», Collection De L' Institut
Français D' Athens. K. M. Σ., 1951 σελ. 13.
7. Κ. Μ. Σ., «Η ΕΞΟΔΟΣ» τ. Β’ 1982, σελ. 317.
8. Ιωάννη Η. Κάλφογλους «ΜΟΝΗ ΦΛΑΒΙΑΝΩΝ», Αλεξαν. Νομισματίδης
ΜΑΤΠΑ 1898, σελ. 568.
9. Κ. Μ. Σ., «Η ΕΞΟΔΟΣ» τ. Β΄ σελ. 314.
10. Ιωάννη Η. Κάλφογλους «ΜΟΝΗ ΦΛΑΒΙΑΝΩΝ», 1898, σελ. 569
11. Ιωάννη Η. Κάλφογλους, «ΜΟΝΗ ΦΛΑΒΙΑΝΩΝ», 1898, σελ. 569
12. Αναστ. M. Λεβίδου, «Αι εν Μονολίθοις Μοναί της Καππαδοκίας και
Λυκαονίας». Εν Κωνσταντινουπόλει, 1899, σελ. 103.
13. Α. Μ. Λεβίδου, «Αι εν τω κλίματι του Οικουμενικού Πατριαρχικού
Θρόνου Ιεραί Μητροπόλεις», Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα εν
Κωνσταντινουπόλει, «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ» 1905, σελ. 150, Ι. Μονή του
Τιμίου Προδρόμου, 1904 Ιουνίου 11.
14. Κ. Μ. Σ., “Η ΕΞΟΔΟΣ” , τ. Β', 1982 σελ. 330.
15. Ιωάννη Η. Κάλφογλους «MONH ΦΛΑΒΙΑΝΩΝ», 1898, σελ. 568.
16. Κ. Μ. Σ., «Η ΕΞΟΔΟΣ», τ. Β' 1982, σελ. 336.
17. Ιωάννη Η. Κάλφογλους, «ΜΟΝΗ ΦΛΑΒΙΑΝΩΝ» 1898 σελ. 569.
18. Α. Μ. Λεβίδου «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ» 1905 ανωτ. σελ. 149.
19. Κ. Μ. Σ., «Η ΕΞΟΔΟΣ», τ. Β΄,1982, σελ. 320.
20. Μέλπως Μερλιέ, «ΔΕΛΤΙΟ» Κ. Μ. Σ., τ. Α΄, ΑΘΗΝΑ 1977, σελ. 69 και 72.