Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λ Ε Ξ Ι Λ Ο Γ Ι Ο Σ Υ Λ Λ Η Σ , Α Ρ Α Β Α Ν & Γ Ο Υ Ρ Δ Ο Υ Ν Ο Σ

Το Κ. Μ. Σ. εντόπισε 83 ελληνικές κοινότητες στην Καππαδοκία και μελέτησε τις 81. Οι μισές περίπου ήταν ελληνόφωνες ή δίγλωσσες και οι λοιπές τουρκόφωνες. Τα ελληνικά (Καππαδοκικά) που μιλούσαν οι Ρωμιοί διέφεραν από κοινότητα σε κοινότητα και οπωσδήποτε σε μεγάλο βαθμό από τα ελληνικά της Πόλης και των κοινοτήτων της Ιωνίας (Σμύρνης, Κυδωνιών, κλπ). Όσο μακρύτερα ήταν οι ελληνικές κοινότητες από τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου πλεόναζαν οι Τούρκοι, τόσο λιγότερη ήταν η επίδραση της τουρκικής γλώσσας. Τα Φάρασα ήταν απομονωμένα, μακρυά από αστικά κέντρα (ελληνικά και τουρκικά) και γι αυτό το λόγο η Φαρασιώτικη διάλεκτος, σε σύνταξη και λεξιλόγιο είχε τις λιγότερες προσμίξεις και ήταν πιο κοντά στη νέα ελληνική. Δεν είχαν ούτε Τούρκους, ούτε τουρκόφωνους Ρωμιούς στα Φάρασα και στις αποικίες τους. Παραθέτουμε το λεξιλόγιο από τα κείμενα που προέρχονται από τις κοινοτήτες Σήλλης, Αραβάν και Γούρδουνος. Δίνουμε την ερμηνεία των λέξεων οι οποίες θεωρούμε πως θα είναι άγνωστες στο μη ειδικό αναγνώστη. Για λόγους τεχνικούς, στον ίδιο πίνακα περιλαμβάνονται λέξεις από διαφορετικά ιδιώματα.

Η Προφορά των επιπλέον γραμμάτων, πέραν του λατινικού αλφαβήτου, που χρησιμοποιούνται στις τουρκικές λέξεις είναι:

C , c = τζ, Ç , ç = τσ, Ö, ö = οε, Ü, ü = u γαλλ, Ğ, ğ = γ, G, g = γγ Y, y = γ λεπτό, Ş, ş = σ παχύ, Ι, ι = ι παχύ, û, ê, î, â προφέρονται λεπτά

B

bάρηςπάρεις, παίρνω (άντρα)
bασκάάλλο > τ. başka, ξεχωριστός
bατίρσενβύθισε > τ. batırılmak
bοίκουμκάνουμε > ποιώ
bουdαχçίρεκλαδευτές, ξυλοκόποι > τ. butak-cι, butak = κλάδος δέντρου
bουζουλdάχαλάει / ξεγράφει > τ. bozulmak

Ç

çαννόμωρό / ανόητος
çητη
çημτην
çιγιατί, τί, της
çιράςφως, δαδί, λυχνάρι > περσ. çιra,
çιρπί, τοπροσάναμμα / σπίρτο > αραβ. kibrit
çιςτις, ποιος
çοτί
çονgιάνό,τι κι αν
çόπια, ταξυλάκια / σκουπίδια > περσ. çöp
çύρπισενπροσπάθησε > τ. çırpınmak = σφαδάζω, συσπώμαι

D

düσüνdüζεδιαλογίζεται > τ. düşünmek, σκέφτομαι
dαdί, τοδαδί
dαχçύλια, ταδάχτυλα
dεγί, dεΐνα πούμε / δηλαδή, τάχα > τ. demek = λέγω
dελήqανουςνεαρός > τ. deli-ganlı, deli / τρελός, παλαβός, gan / αίμα
dεμέκνα πούμε / δηλαδή > τ. demek = ομιλώ
dενδεν
dεριάύστερα
dιλενjήςζητιάνος > τ. dilenci
dιλέψουμθρέψουμε > τ. dilenmek = επαιτώ / ψωμοζώ
dιλκίς, οαλεπού > τ. dilki
dογρούευθεία > τ. doğru
dόπουν, τοτόπος

G

güζüλμάςδεν γράφει > τ. yazılma, αναγραφή
gαϊχιούελαφιού > τ. geyik = ελάφι, το
gονώσεγνώρισε / ενημέρωσε
gόρ, gόρη, ηκόρη

J

jαdέ, ηχαζή > τ. zade = παιδί, μωρό
jηςτης
jιέρ, τοσυκώτι, σπλάχνο > περσ. ciğer

Q

qαβάχ, τοκαβάκι / λεύκα > τ. kaνak
qαζανdέρζααποφέρω / κερδίζω > τ. kazandırmak
qανdάρι, τοζυγαριά, στατήρας (40 οκάδες) > αραβ. kantar
qαπάçενκαπάκωσε > τ. kapaklanmak
qαπάχ, τοκαπάκι > τ. kapak
qαρά, ηγυναίκα > τ. karι, γριά
qeπ-qeρμιζίκατακόκκινο > αραβ. kιp-kırmızı
qeρμιζί, ο, η, τοκόκκινο > αραβ. kırmızı = ερυθρός
qοjακλαdάαγκαλιάζει > τ. kucaklamak
qουβράνσενκουλουριάζομαι > τ yuvarlaklaşmak
qουτί, τοκουτί, κιβώτιο (κύτος)

Ü

üçüνjüτρίτος > τ. ücüncü

Α

αçάς, ο, ηεκείνος, αυτός
αçούαυτού
αdέαυτός – η - ο
αdιμερίολόγυρα
αqαλούσσα, ημυαλωμένη > αραβ. akıl-lı, akıl = μυαλό, λογική.
άμμαόμως > τ. amma
ανgλάçε, ανgλάdισεκατάλαβε > τ. anlamak = καταλαβαίνω
αναμbρόανά εμπρός / προηγουμένως
απεράαπό εδώ
απέσ'από μέσα
άρωπος, οάνθρωπος
αψουçικανάςκάπως γρήγορα, αψά, γρήγορα
αςνα
άψουνανάψουν

Β

βαβάςπατέρας
βαήνεν(τα) έβαζε
βάκεανέβηκε, βαίνω
βαλβουβάλι,
βέμbειπέμπει / στέλνει
βεράν'ιερείπιο / χάλασμα > περσ. viran
βιριάτιφωνάζει, βιριάζω = φωνάζω, (προσ)καλώ

Γ

γαϊρüπλέον > αραβ. gayrι (αποδεκτό)
γιαζιλάνγραπτό / πεπρωμένο > τ. yazılı
γιαραdέςωφελείς > τ. yaramak
γιουκούνν'ειακούει
γουμάριγαϊδούρι / ένα φόρτωμα (όσο σηκώνει ο γάιδαρος)
γροικάκαταλαβαίνει / γνωρίζει / (α)γροικώ
γυοδυο

Ε

ε, εναν
έdεκανέθεσαν / έβαλαν > βυζ. θέτω > αρχ. τίθημι
έgνωσαενημέρωσα, γνώρισα
έγεραν > τ. eğer
εϊλίκκαλοσύνη > τ. iyilik
είρεείδε
έμασιέμαθε
ένdανέγιναν
ενίσκιτιγίνεται
ενίσκουντιγίνονται
εννάγεννά
έννεέγινε
έπιασεέπιασε τόπο / έβαλε στη θέση του
έπκανεποίησαν / έκαμαν
έπκεεποίησε, έκανε
έπκενήπιε
έρçέρθει
εράεδώ
ετάαυτή
ετιάετούτα, αυτά
ετόςαυτός
έφκιέφτασε / έγινε

Ζ

ζάειςκάνεις
ζηρμουννάλησμονεί
ζουλιάδουλειά

Η

ήνgρεψεγύρεψε

Θ

θωρώβλέπω, θεωρώ

Ι

'ιείναι
ιμνιάμία / κάποια, κάποτε
ινgιάναν και, γιατί, οσάν
ιρέαιδέα / μνημονικό
ιρνιόδύο
ισμάνιμετανιωμένος, πισμάνι > περσ. pişman

Κ

κöτίακακά / χαλασμένα > τ. kötü, κακός
καράκκρέας
κατόψακατά όψη, κατεπάνω
κέσgεμακάρι, είθε > τ. keşke
κόδικό (του)
κοιμερώκοιμηθώ
κορίςκορίτσι

Λ

λαείλέει
λαειννόνjισκιλέει ακατανόητα / παραμιλάει, ελεεινολογεί
λαΰνιαλαγίνια / στάμνες
λερόνερό
λεχλέει
λίσκολίγο (λιγούτσικο)

Μ

μυριολογίσκιλέει μύρια / μυριολογάει
μαç – μαύροκατάμαυρο, μαç / επιτατικό μόριο

Ν

νάçνα / πώς / γιατί
'νεείναι
'ναίκαγυναίκα
νάφτειανάβει

Ο

όcιότι
οjάqeτζάκι / σωρός ξύλα για άναμα > τ. oçak
όνόπου
όνdε(ν)όταν
ορνίαόρνεα / όρνιθες / κοτόπουλα
ουçούρdουζενπετώ / πεταρίζω > τ. uçurmak
οφίρόφις / φίδι, οφίρκι = φιδάκι

Π

παιριάπαιδιά
πάιχπάει (στον αγύριστο)
παλτάτσεκούρι > τ. balta
παραπάςμεταφέρεις, παρά πας
παρέαπαράδες > περσ. para ( το 1/40 του τουρκικού νομίσματος)
παρεδόθηπαραδόθηκε σε άντρα / παντρεύτηκε (η γυναίκα)
πατισάχςσουλτάνος / βασιλιάς > περσ. Padişah
πεζμάν'ηςμετανιωμένος, ισμάνι, πισμάνι > περσ. pişman
πηρπήγηνπήρε πήγε
πισίκαγάτα
πλεμνίσκειπλέον μένει
πλερούταιτελειώνει, πληρούται
ποçίςποτίσει
ποικέκανε, αόριστος του ποιώ, ποίκα
ποίσηποιήσει / κάνει,
ποτινgιανόποτε κι αν
πράγιαποδάρια
πράχπόδι

Ρ

ρε, ρεμ, ρενδεν
ριήνα δει
ριούμδούμε
ρωεδώ
ρωρωτά

Σ

σακούταιτσακίζεται, σπάζει
σάλσεέστειλε, στείλε > τ. salmak εξαπολύω, ελευθερώνω
σάλτααμόλα, σαλτάρω
σεθα
ΣεγόςΘεός
σέκν’ειθέτει / τοποθετεί
σιν'ίσκουνdιγίνονται / οριμάζουν
σκιάρηςσκιά, σκιάδιο
σόνgραύστερα > τ. sonra
σπίçινσπίτι
σταχτητjήςπουλάει / καθαρίζει τις στάχτες / καθαρίζει καπνοδόχους
στέγνουνστέκονται
σύραθύρα / πόρτα
σωρείθωρεί / βλέπει
σωρόβγουσισωρεύουσι / μαζεύουν,
σωρούσιθωρούσι / βλέπουν
σωρόφμαζεύει

Τ

ταqτιρdέστο πεπρωμένο > αραβ. takdir, μοίρα
τάβρισετράβηξε
τέκαδέκα
τεπτιλdέστη δικαιοσύνη, τ. tebtil ανατροφή στο δίκαιο, tebdil μεταμφίεση
τούçιαυτή
τουτουνώναυτών
τρανάκοιτάζει / βλέπει, τηρεί
τράνσανπαρατήρησαν

Φ

φçάνουσιφτιάνουσι / φτιάνουν
φçείρσεφθείρισε / ξεψείρισε
φάξεισφάξει
φίνικα, φύνικακυνάριο / κουτάβι > αρχ. κύων < κυνικός
φσάχαγόρι, παιδί > τ. uşak = υπηρέτης

Χ

χαϊβάνιζώο οικόσιτο (υποζύγιο) > αραβ. hayvan
χάπιςφυλακή > αραβ. hapis
χέμκιαλλά και > περσ. hem
χέριφοςάνθρωπος > αραβ. herif
χιωρώθεωρώ / βλέπω
χoσάσσασυμπαθητική / όμορφη > περσ. hoş

Ω

ωζως, όσο