Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 8 από 12

Πόμεινεν ο παπούκα μου σο τουφάνι

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

8. Πόμεινεν ο παπούκα μου σο τουφάνι.

( Καρσαντί )

Σ'ο ρουσί Φκώσι ήτουν α ζόρι ορμάνι τσάπου πααίγκαν οι χωρώτοι να κόψουν ξύα.

Σο καρά κίσι, πην τζ΄ο παπούκα μου να φέρει ξύα να κάψει σ' ην παρκαμίνα. Ατό τη ημέρα ξείλσην πολύ σιόνι τζ' ενότουν τουφάνι σο ρουσί. Τζαι απιδού στην άκρα ο παππούκα μου τζο μπόρκην να 'υριστεί ξοπίσω. Η

επέ μου, σ' μα μου η

μα, ήτουν στανιέρι τζαι

α βτομάδα νε νεκρού-

τουν, νε κατσέφκην νε

τρώγκην.

Άλεϊ πνόγκην σο

μιντέρι κοντά σ' ην

παρκαμίνα.

Ατέ τη μία,

ήνοιξεν τα φτάλμα τ΄ς

τζαι είπεν τι σο γιο

τ΄ς, τον αμμή μου, σ'

μά μου το δεφό,

«Βασίλη γιαβρού μ', ο τατά σου πόμεινε σο Φκώσι, στα σιόνε τζο μπορεί να'ρτεί. Έπαρ το βουρτόνι τζ' άμε φέρτα. Ένι του τσουφαλού μου η Παπαραπαρία. Γω α χαθώ τζο σώνω χώστου νά'ρτει».

Αμμή μου ο Βασίλ' χετς τι τζο κρού σ΄μα του την παράκληση. Λέτει κι, «Έσωσες έσωσες, σώσε τζ΄ όστου νάρτει ο άντρας σου».

Η επέ μου τζο 'σωσε. Χάθην τζαι πην, πιρ μη τα ιδεί ο άντρας τ'ς αρό. Ο παπούκα μου ήρτε σο χωρίο τζας 'υρίστην ο κόσμος στα μνημόρε.

Απιδού στέρου κανείς τζο κατσεύκην σο σπίτι πέσου ατέ το μεσελέ. Αμμή μου ο Βασίλ, πόμεινεν σο τζαν σιχισί.

Ατέ του παππούκα μου το περισανλίκι νανόστεν dα η μάμου α ημέρα του ξείλσην πολύ σιόνι τζ' ενότουν τουφάνι σο καρα κίσι σο χωρίο μας.

Ερμηνεία

Έμεινε ο παππούς μου στη χιονοθύελλα.

Στο βουνό Φκώσι, υπήρχε ένα πυκνό δάσος. Πήγαιναν οι χωριανοί να κόψουν ξύλα.

Στο καταχείμωνο πήγε ο παππούς μου να φέρει ξύλα για το τζάκι. Όμως, αυτή τη μέρα έγινε χιονοθύελλα και έπεσε πολύ χιόνι στο βουνό. Γι' αυτό το λόγο, ο παππούς μου δεν μπόρεσε να γυρίσει πίσω. Η γιαγιά μου, η μάνα της μαμάς μου, ήταν άρρωστη και μια βδομάδα μήτε άκουγε, μήτε μιλούσε, μήτε έτρωγε. Μόνο κοιμόταν στο μιντέρι δίπλα στο τζάκι. Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια της και είπε στο γιο της, τον θείο μου, τον αδελφό της μάνας μου: «Βασίλη μωρό μου ο πατέρας σου έμεινε στο Φκώσι και από τα χιόνια δεν μπορεί να έλθει. Πάρε το μουλάρι και πήγαινε να τον φέρεις. Είναι του μυαλού μου το παραλήρημα. Εγώ θα πεθάνω, θα τελειώσω ώσπου να έλθει».

Ο θείος Βασίλης, καθόλου δεν παίρνει στα σοβαρά την παράκληση της μάνας του. Της λέει απότομα: «Έζησες, επιβίωσες, ζήσε και ώσπου να έλθει ο άντρας σου».

Η γιαγιά μου δεν έσωσε.

Χάθηκε και πήγε πριν την

προλάβει ο άντρας της ζωντανή. Ο παππούς μου ήλθε

στο χωριό όταν ο κόσμος γύριζε από τα μνήματα.

Από τότε κι ύστερα κανείς μέσα στο σπίτι δεν ανέφερε τίποτε γι' αυτό το περιστατικό. Ο θείος μου ο Βασίλης έπεσε σε μελαγχολία.

Αυτή την περιπέτεια του παππού μου τη θυμήθηκε η μάνα μου μια μέρα που έριξε πολύ χιόνι και έγινε χιονοθύελλα, ένα βαρύ χειμώνα στο χωριό μας.

Αφήγηση: η Ελένη Ανδρονίδου, η κόρη του Χατζαντώνη. Πλατύ Ημαθίας.