Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 8 από 10
Αβτζής τζαι το πουλπούλι
8. Αβτζής τζαι το πουλπούλι.
Πην αβτζής σο ρουσί να σύρει τζαι να φέρει ορτύτζε τζαι αγοί. Λιέγουσιν τζαι γιαναστέσην σ' ε στσιάιδι να πάρει αν ύπνος τεϊ. Με σόν ύπνο του πέσου νεκρώστην αν πολύ γλυτζή λαλία νος πουλίου.
Σηκώθην, ήγρεψε κι, σο
τάλι πάνου ένι αν πουλπούλι
του λαλεί ζόρε. Ατέ τη μία
πην σο σπίτι, πήρην αν καπάνι
τζ΄ήρτε, πιέσε το πουλπούλι
αρό. Κάτζηψην τζαι είπεν το
πουλπούλι μο ινσανού γώσσα:
«Πού με παγαίνεις μένα, πά
με ποικ;» «Α σα θέκω σ΄ε
καφέσι πέσου», είπεν τι ο
νομάτ, “τάιμα να κούω τα τραγώδε σου». «Ερ να με θέκ σο χαπίσι», είπεν τι το πουλπούλι, «γω γάτιεν τζο τραγωδώ». «Οϊλέ ισέ», είπεν τι ο νομάτ, «α σα ψήσω τζαι α ποίκω α ζόρι φάεμα». «Να με ψήσεις ση θράκα το κρες μου ίνεται σερτι τσο μασιέται, να με βρας, α 'ινώ τελέφι χα 'πομείνει άλεϊ το πόστι μου. Άφτζε με τζαι γω α σα δώκω αν αχιλλούς κατσί», είπεν τι το πουλπούλι. Ο νομάτ φήτζεν το πουλπούλι τζ΄ τζείνο πέττασεν πα σ΄ε ψεό τάλι. Απη τζεί είπεν τι το πουλί: «Χέρκες σου λε τα κατζία τι μου κρους».
Τε στέρου είπεν τι: «Ε ατάμογλου, είσες σα σέρα σου το ιχπάλι σου με έχασές τα. Σο μον την τζοιλία ήτουν αν ελμάς αμόν το γιουμπρούχι σου, αρέτσα έχασές τα». Ο νομάτ ενότουν πισμάνι του φήτζεν το πουλπούλι. Πασλάτσιν να τσιρπαλατίζει: «Βάι, βάι έχασα το ιχπάλι μου», τεϊ. Το πουλπούλι στο τάλι πάνου λέ τι κι:
«Ατάμογλου, σα είπα κι, χερκές
σου λε τα κατσία τι μου κρους. Γω
σο γιουμπρούχι σου πέσου να μπω
τσο φτάνω τα ντα πλερώσω, σο
γιουμπρούχι σου κατάρ ελμάς τούς
α χωρέσει σ΄ ην τζοιλία μου;»


Ερμηνεία
Ο κυνηγός και το αηδόνι.
Πήγε ο κυνηγός στο βουνό να τουφεκίσει και να φέρει ορτύκια και λαγούς. Κουράστηκε και ξάπλωσε σε μια σκιά να πάρει ένα υπνάκο. Μα μέσα στον ύπνο του άκουσε ένα πολύ γλυκό κελάδημα πουλιού. Σηκώθηκε, κοίταξε γύρω του, πάνω στο κλαδί είδε ένα αηδόνι που λαλεί θαυμάσια.
Πήγε στο σπίτι του αμέσως και πήρε μια παγίδα, ήλθε και έπιασε το πουλί ζωντανό. Μίλησε το αηδόνι και είπε με ανθρωπινή φωνή, «Πού με πηγαίνεις εμένα, τι θα με κάνεις;» «Θα σε βάλω μέσα σε ένα κλουβί για να ακούω πάντοτε τα τραγούδια σου!» λέει ο άνθρωπος. «Αν με φυλακίσεις,» λέει το αηδόνι, «εγώ ποτέ δεν τραγουδώ». «Αν είναι έτσι,» είπε ο άνθρωπος, «θα σε ψήσω και θα κάνω ένα θαυμάσιο γεύμα». «Αν με ψήσεις στη θράκα,» λέει το αηδόνι, «το κρέας μου γίνεται σέρτικο δε μασιέται, αν με βράσεις, θα λιώσω, θ΄ απομείνει μόνο το πετσί μου. Άφησέ με, κι εγώ θα σου
δώσω μια σοφή συμβουλή».
Ο άνθρωπος άφησε το αηδόνι κι εκείνο
πέταξε πάνω σ΄ ένα ψηλό κλαδί. Από εκεί
πάνω είπε το πουλί: «Μη δίνεις πίστη στα
λόγια που σου λέει ο καθένας».
Πιο ύστερα είπε: «Ε΄ ανθρωπάκο, είχες
στα χέρια σου την τύχη σου και την έχασες.
Στην κοιλιά μου ήταν ένα διαμάντι σαν τη
γροθιά σου, τώρα το έχασες». Ο άνθρωπος
μετάνιωσε που άφησε το αηδόνι. Άρχισε να
σπαράζει: «Βάι, βάι, έχασα
την τύχη μου!» Το αηδόνι πάνω από το κλαδί του
λέει: «Ε ανθρωπάκο, σου είπα, μη δίνεις πίστη στα
λόγια του καθενός. Εγώ και να μπω μέσα στη
φούχτα σου δε φτάνω να τη γεμίσω. Πώς μπορεί να
χωρέσει στην κοιλιά μου διαμάντι ίσα με τη γροθιά
σου;»
Διήγηση: Μία γιαγιά από το Καρσαντί στο Πλατύ, 1956.

