B C D E G J O Q S U Β Δ Ε Ζ Η Θ Ι Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Γ Λ Ω Σ Σ Α Ρ Ι
Στο γλωσσάρι περιλαμβάνονται οι λέξεις που εικάζω πως είναι άγνωστες στον αναγνώστη τον μη εξοικειωμένο με τα καππαδοκικά. Οι περισσότερες μη ελληνικές λέξεις της καππαδοκικής προέρχονται από τα τουρκικά. Υπάρχει και σημαντικός αριθμός λέξεων από τα περσικά ή αραβικά. Για λόγους τεχνικούς, στον ίδιο πίνακα περιλαμβάνονται λέξεις από διαφορετικά Καππαδοκικά ιδιώματα. Στο γλωσσάρι περιλαμβάνονται μόνο οι λέξεις και η σημασία τους στη θέση του κειμένου. Σε μερικές περιπτώσεις δίνεται και η ετυμολογία της λέξης στα τουρκικά (αραβικά, περσικά κλπ.). Περιλαμβάνονται και όσες παράγονται από ελληνικές (αρχαίες και νέες) αλλά είναι αλλοιωμένες και αγνώριστες.
Οι Καππαδόκες ήλθαν πρώτα σε επαφή με τους Πέρσες και τους Άραβες, τον 5ο ως 7ο αιώνα. Πολύ αργότερα, τον 11ο αιώνα, συναντήθηκαν με τους Σελτζούκους Τούρκους, μετά το Μαντζικέρτ 1071 μ. Χ., οπότε άρχισε η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό, οι λέξεις να πέρασαν στην Καππαδοκική απευθείας από τα Αραβικά και από τα Περσικά. Η Φαρασιώτικη – Καππαδοκική διάλεκτος είναι εξέλιξη της κοινής ελληνικής των αλεξανδρινών χρόνων. Οι λέξεις που δεν απαντώνται στις γνωστές γλώσσες (ελληνικές, τουρκικές, αραβικές, περσικές, κλπ), κατά μια άποψη, προέρχονται από την αρχαία Καππαδοκική.
Στο Γλωσσάρι περιλαμβάνονται λέξεις από διάφορες κοινότητες της Καππαδοκίας. Μία λέξη στον κατάλογο, μπορεί να βρεθεί σε διάφορες θέσεις με διαφορετική μορφή, διότι η Καππαδοκική δεν ήταν ενιαία σε όλα τα χωριά. Η γλώσσα ήταν επηρεασμένη από την τουρκική στο λεξιλόγιο και στη σύνταξη. Όπου οι ελληνόφωνοι συγκατοικούσαν με Μουσουλμάνους ή τουρκόφωνους Χριστιανούς, εκεί η διείσδυση της τουρκικής γλώσσας ήταν πιο εμφανής. Από την άποψη αυτή τα Φάρασα υπήρξαν “τυχερά” διότι δεν είχαν Τούρκους, παρά μόνο ένα ή δύο πεκτσίδες (pekçi = ένοπλος φύλακας) για να τους προστατεύουν από τους Τσέτες (çete = συμμορία). Τα παιδιά των φυλάκων πήγαιναν μαζί με τα Ρωμιόπουλα στο σχολείο και μιλούσαν Φαρασιώτικα. Στον Dawkins τα περισσότερα Φαρασιώτικα παραμύθια, τα διηγήθηκε ένα τουρκόπουλο, ο Γιουσούφ γιος του φύλακα Μουλαχασάν.
Η γλώσσα ενός λαού όταν είναι αποκλειστικά προφορική, υφίσταται αλλαγές από γενεά σε γενεά και από τόπο σε τόπο. Δεν είναι απορίας άξιο που στα διάφορα γειτονικά χωριά της Καππαδοκίας οι ομιλούμενες διάλεκτοι έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Οι Ρωμιοί της Καππαδοκίας δεν είχαν γραπτά στη γλώσσα τους. Μόνο στη Σινασό χρησιμοποιούσαν την Νεοελληνική. Ο Καισαρείας Παΐσιος Β΄ (1832-1871), σημειώνει (1850) πως η ομιλούμενη γλώσσα στην Επαρχία είναι τουρκικά⟨59⟩ . “Υπάρχουν και μερικά χωριά που μιλούν ελληνικά, που μόνο οι ίδιοι τα καταλαβαίνουν.⟨60⟩ Είναι ανακατεμένα με τουρκικά και στις λέξεις και στη σύνταξη. Και αν πάει κανείς από ένα χωριό σε άλλο, δύσκολα μπορεί να καταλάβει τη γλώσσα τους. Και όμως έχουν συνείδηση ότι ομιλούν την ίδια γλώσσα, τα ρωμάκα.
Οι Καππαδόκες ονόμαζαν τη γλώσσα τους «ρωμάκα» ή έλεγαν «το μέτρο η γώσσα» (η ημετέρα γλώσσα) για να την ξεχωρίζουν από από την τουρκική. Την μεταχειρίζονταν μόνο στον προφορικό λόγο. Στην αλληλογραφία και σε άλλα γραπτά κείμενα (αγοραπωλησίες ακινήτων, αρραβώνες, προικοσύμφωνα κλπ.) χρησιμοποιούσαν τα Καραμανλίδικα (λέξεις τουρκικές γράμματα ελληνικά). Για τη γλώσσα των Ελλήνων της Καππαδοκίας ο Αλεκτορίδης γράφει⟨61⟩ (το 1883): «…η πλειονότης των παρ’ ημίν πεπαιδευμένων φρονεί ότι η Ελληνική γλώσσα ομιλείται εν Καππαδοκία όσον και εν Ζουλουλανδία ή Σινική, ότι απ’ άκρου εις άκρον μητρική γλώσσα των λαών εκείνων είναι η τουρκική. Και όμως αδύνατον να υπάρξη απάτη μείζων ταύτης»
Ο Ν. Ανδριώτης σημειώνει⟨62⟩ : “...η αρχαία Κοινή που αποτελεί τη βάση και της σημερινής καππαδοκικής, όπως και άλλων νεοελληνικών διαλέκτων, δεν ήταν ομοιόμορφη παντού... και η ελληνική γλώσσα έμοιαζε με ύφασμα από ομοιόχρωμο φάδι πάνω σε πολύχρωμο στημόνι.” Ο ελληνισμός της Καππαδοκίας “είχε σχηματιστεί στα χρόνια των Διαδόχων από μικρούς πυρήνες Ελλήνων μεταναστών και μεγάλες μάζες ιθαγενών, που η αρχαία γλώσσα τους παραμερίστηκε από την Ελληνική κ' έσβησε”.
Για τα Φάρασα η Μ. Μερλιέ αναφέρει⟨63⟩ : "Όταν στα 1930 φωνογραφήσαμε 8 τραγούδια των Φαράσων, κι έτσι πρώτη φορά γνωρίσαμε Φαρασιώτες, είχαμε την εντύπωση πως το χωριό αυτό, χαμένο μέσα στο έρημο φαράγγι που χωρίζει τον Ταύρο από τον Αντίταυρο, είχε βαστάξει, και στη γλώσσα του και στη ζωή του, χαρακτηριστικά που άξιζε να μελετηθούν". Και ακόμη⟨64⟩ "Τα Φάρασα δεν είναι μόνο μέρες μακριά από τα μεγάλα κέντρα, την Καισάρεια και τα Άδανα. Από την πρωτεύουσα της επαρχίας τους, το Βερέκι, τα Φάρασα απέχουν 12 ώρες, από τις Αχιαβούδες, το πολυσύχναστο κέντρο τους, δηλαδή το δήμο τους, 6 ώρες. Οι μεγάλες αρτηρίες της Καππαδοκίας περνούσαν 100 χιλιόμετρα μακριά, μα ούτε καρόδρομο δε βρίσκανε οι Φαρασιώτες πριν από 30 ή 40 χιλιόμετρα, γι' αυτό ίσως ν' απομείναν μονάχα τους τα Φάρασα, τα ίδια, χωριό και περιφέρεια, φρουρός του ελληνισμού στη βορειοανατολική Καππαδοκία...”
"Σύμβολο" χαρακτήρισε τα Φάρασα ο O. Merlier⟨65⟩ , "αετοφωλιά" ο Reclus: "C' est que Farassa est aussi un symbole. Nid d' aigle - disait deja Reclus en 1884.".
Για τους λοιπούς Καππαδόκες τα Φάρασα θεωρούταν τόπος εξορίας. "Οι Αξενοί για να παραστήσουνε το παράμερο των Φαράσων, λέγανε 'ς Φάρασα να σε bοίκω σϋρgϋν (εξορία)"⟨66⟩ .
Ο Π. Καρολίδης σημειώνει⟨67⟩ “...η σχετικώς βελτίον κατάστασις συντελεί εις την οσημέραι αυξανομένην διασποράν των Φαρασιωτών. Αι κατά το οροπέδιον του Αργαίου Ελληνικαί κοινότητες Ανδρονικίου, Αλυσσοποτάμου (σ.σ. Ζιντζίτερε) και η Σινασσός ξενίζουσιν ολοκλήρους αποικίας Φαρασιωτών”
Στον κατάλογο απογραφής Μαΐου 1924 που καταρτίστηκε κατά την Ανταλλαγή πληθυσμών (Λάζαρου Τακαδόπουλου,“Η ΣΙΝΑΣΟΣ” επιμ. Κούλα Ξηραδάκη, ΑΘΗΝΑ 1974 σελ. 25), σε 282 ονόματα οικογενειών Σινασιτών, ο Παπά Θόδωρος Θεοδωρίδης σημείωσε 10 Φαρασιώτικες οικογένειες: Στεφάνου Λαζοπούλου, Λαζάρου Φαρασιώτου, Ιωάννου Φαρασιώτου, Παρασκευά Φαρασιώτου, Αναστασίου Περσία, Γεωργίου Φαρασιώτου, Ιορδάνου Φαρασιώτου, Χ" Μηνά Φαρασιώτου, Γρηγορίου Φακουδά, Παναγιώτου Φαρασιώτου. Ήταν εσωτερικοί μετανάστες. Για τους εφτά (7) αναφέρεται ως επώνυμο τα Φάρασα. Στο Νέβσεχίρ σε Κώδικα που διέσωσε ο ο Φιλ. Αριστόβουλος αναφέρονται τα ονόματα των Φαρασιωτών Μιχαήλ Ελευθερός, Μουράτ Αναστασίου, Στέφανος Κωνσταντίνου.
Βραχυγραφίες:
φαρ(ασιώτικα), περσ(ικά), αραβ(ικά), αρμεν(ικά), τ(ουρκικά), αρχ(αία Ελλ.),
σανσκρ(ιτικά), Βυζ(αντινό), ιταλ(ικά), λατ(ινικά), ιαπον(ικά) μεταφ(ορικά)
Οι τουρκικοί χαρακτήρες είναι των λατινικών. Επιπλέον έχουμε:
Ş, ş = σ παχύ, G, g = γγ, Ι, ι = ι παχύ, İ, i = i, Y, y = γ λεπτό
Ç, ç = τσ, Ö, ö = οε, Ü, ü = u γαλλ. Ğ, ğ = γ, â ια î ι λεπτό C, c = τζ
B
bαgheρdά προσκαλεί < τ. bağırmak κραυγάζω
bαghερσεν (προς) κάλεσε, βλ. bαgheρdά
bαιί παιδί
bαίννει μπαίνει, ρ. bαίννω
bαιννινόσκι έμπαινε, βλ. bαίννει
bάνν'εις βάζεις μέσα
bάρ πάρει
bάρης πάρεις, παίρνω (άντρα)
bασqά άλλο < τ. başka άλλος, διάφορος
bασκάγια άλλα < τ. başka
bασλάστσιν άρχισε,< τ. başlamak
bατίρσεν βύθισε < τ. batırılmak
bαχçά μπαχτσές, κήπος < τ. περσ. bahçe, bağçe
bαχçίζια δώρα, μπαξίσια < τ. bahşiş < περσ. bahş
bεdαβά δωρεάν < τ. bedava
bεϊgίρι φοράδα < τ. περσ. beygir άλογο για μεταφορές
bελού, bελέ δήλον, φανερό < τ. belli
bελουσούζη μη διακριτό < τ. bellisiz
bέλσεν κομάτιασε < τ. bölüşmek, χωρίζω
bέπν'ει στέλνει < πέμπει
bιρ ένα < τ. bir
bιρdέν bιρέ με μιας < τ. birden bire
bιρικdιρdά πληθαίνουν < τ. birikmek
bιρίκσαν συγκεντρώθηκαν < τ. birikmek
bιτισιμένου τελειωμένο < τ. bitmek, τελειώνω
bοίκητ κάμετε, ρ. ποιώ
bοίκουμ κάνουμε < ποιώ
bόμανε απόμεινε
bόσα άεργοι, μπόσικα < τ. boş κενός, αργός, κούφιος
bου gούν αυτή τη μέρα, σήμερα < τ. bu gün
bουbουbούç τσαλαπετεινός
bουdαχçίρε ξυλοκόποι < τ. butak-cι, κλαδευτής, butak κλάδος
bουζουλdά χαλάει, ξεγράφει < τ. bozulmak χαλνώ
C
ç' και
çegheρdίς (να) φωνάξει, να καλέσει < τ. çağırmak καλώ
çegheρσιν προσκάλεσε < τ. çağırmak, προσκαλώ
çüνκι διότι < τ. çünkü < περσ. çün-ki
çαλdούσι παίζουν (όργανο) < τ. çalmak, χτυπώ
çαλeστıνε δούλευε < τ. çalişmak, εργάζομαι
çαλιστά εργάζεται, βλ. çαλeστıνε
çάλσι έπαιξε < τ. çalmak, χτυπώ
çαννό μωρό, ανόητος
çαπαλαdά προσπαθεί, αγωνίζεται < τ. çabalamak
çαρλöκο επιχείριση < τ. çarşı, αγορά
çαρσί αγορά < τ. çarşι < περσ. çâr- sû
çαταλέ σοqάχ τρίστρατο, διχαλωτός δρόμος < τ. çatall sokak, αραβ. zukak
çεσμέ βρύση < τ. περσ. çeşme
çη τη
çημ την
çι γιατί, τί, της
çίνε σπουργίτι
çιράq υπηρέτης, τσιράκι < τ. çιrak
çιράς λυχνάρι, δαδί, βλ. çιρέκ
çιράχ υπηρέτης, βλ. çιράq
çιρέκ λίχνος, πυρσός < τ. çιra, περσ. çιrağ
çιρπί προσάναμμα, σπίρτο < τ. αραβ. kibrit
çις τις, ποιος
çισκιάν όποιος κι αν < τις + κι + αν
çο τί
çόκσιν έπεσε πάνω < τ. çökmek
çονgιάν ό,τι κι αν
çόπια, τα ξυλάκια, σκουπίδια < τ. περσ. çöp
çουβάλια κεφάλια
çουρίγισι σάπισε < τ. çürükmek
çουρουτά σαπίζει, σάπιο < τ. περσ. çürük, σάπιο,
çύρπισεν προσπάθησε < τ. çırpınmak, σφαδάζω, συσπώμαι
D
dögüλdüκ γεμίσαμε < τ. doldurmak
döγιüσdιναν μάλωναν < τ. dövüşmak
döγιüσdίσω πολεμήσω < τ. dövüşmak
düdüκ ντουντούκα, σφυρίχτρα < τ. düdüκ
düζένια μαγικά, κομπίνα < τ. düzen
düπgö πανόμοιο < τ. αραβ. tιpkι
düσüνdüζε διαλογίζεται < τ. düşünmek, σκέφτομαι
düσüνdίς σκέφτεται, βλ. düσüνdüζε
düσέκ στρώμα < τ. döşek
dαdί δαδί
dαghελσανε σκόρπισαν, σχόλασαν < τ. dağılmak
dαghέρdα σκόρπισε, βλ. dαghελσανε
dαγουçίς μοιράζει, σκορπάει < τ. dağılmak
dάιμα πάντα < τ. daima
dάμα μαζί, αντάμα
dαμάρα νεύρα < τ. σανσκρ. damar, φλέβα ύδατος πηγής, αίματος
dαμλατζίκι σταγονίδιο μετφ. συμφόρηση, < τ. damlacικ
dανίς θάλασσα < τ. deniz
dαρό καιρό (χρονικό)
dαχçύλια δάχτυλα
dεçού εκεί
dεβέδια τέρατα, (μυθικά όντα) < τ. deve
dεβιού τέρατος
Dεβρέσης Δερβίσης, φτωχός, πλάνης < τ. περσ. derviş
dεγί, dεΐ να πούμε, δηλαδή, τάχα < τ. demek, deyi = λέγω
dεϊ λέγοντας < τ. deyi, ρ. demek λέγω
dεϊρμενjής Μυλωνάς < τ. değirmenci
dεΐσαν δέηση
dείχ δείχνει
dέκ δίνει
dεκιά δεξιά
dεκιού εκεί
dελαστή περιφέρεται, κλωθογυρίζει < τ. dolaşmak
dελή παλαβός < τ. deli, τρελός
dελήqανους τρελοαίματος, νεαρός < τ. deli-ganlı,
dελιγκαννής έφηβος < τ. deli-kanlı, τρελοαίματος, kan, αίμα
dεμέκ δηλαδή, να πούμε < τ. demek, λέγω, ομιλώ
dενίς θάλασσα < τ. deniz
dερά αριστερά
dερά τώρα
dεριά ύστερα
dερίνισσα, βαθιά, βαθύς < τ. derin
dέφ τέρας < τ. αραβ. def
dιλενjής ζητιάνος <τ. dilenci, ζήτουλας
dιλέψουμ θρέψουμε < τ. dilenmek επαιτώ, ψωμοζητώ
dιλκίς αλεπού < τ. dilki
dιρλέβε ζητάει, γυρεύει
dιρλέψω αναζητώ < τ. dilenmek, επαιτώ
dογρού ορθός, αληθής, ευθεία < τ. doğru
dομάdα εβδομάδα
dόπουν τόπος
dοσεdέ στρώνω < τ. döşemek
dουζιέσουν στρώσουν < τ. düzmek
dουσüνdüνισgε σκεφτόταν < τ. düşünmek
Dερβρίς Ντερβίσης, βλ. dεβρέσης
dυο δύο
dώννει δίνει, σπρώχνει, χώνει
E
eΐχιαμ μουστάκια μου < τ. bιyιk
G
güζüλμάς δεν γράφει < τ. yazılma, αναγραφή
gαβγά φιλονικία < τ. περσ. kavga
gάθουταν καθόταν
gαϊγιαδιού του βράχου < τ. kaya
gαϊχιού ελαφιού < τ. geyik ελάφι
gαλαjεβνόνjισκι συνομιλούσε (ποντιακά καλατζεύω)
gαλαjεύει μιλάει < καλατζεύω, ομιλώ
gάπνη καπνοδόχος, τζάκι
gαριά καρδιά
gεçιριού κατσίκας < τ. keçi
gεζινdής περιοδεύει < τ. gezinmek
gιοζ gιορέ βλέποντας τα μάτια < τ. göz göre, göz, μάτι, göre, βλέπω
gιουζελίμ όμορφα, κούκλα μου < τ. güzelim
gόζμο κόσμος, κοινωνία
gονώσε γνώρισε, ενημέρωσε
gόρ, gόρη κόρη
gρέβ γυρεύει, βλέπει
gρέβεις γυρεύεις, βλέπεις
gρέβισκαν ήθελαν, γύρευαν
gρέψ γυρέψει
J
jαdέ χαζός < τ. zade παιδί, μωρό
jελάτη δήμιος
jελέτ λιώμα
jης της
jιbλάχ γυμνός < τ. çιplak
jιγάρ φτερό πουλιού
jιέρ συκώτι, σπλάχνο < τ. περσ. ciğer
jιζdίζνι ασφάλισε
jινενdίς. εκνευρίζεται
jο δυο
jουβάνου νεαρός < τζόβενος < ιταλ. giovine
O
öλçü μέτρο < τ. ölçü
öλçüjüς μετρητής, < τ. ölçüçü
Q
qeμάρ γομάρι, φόρτωμα σε γάιδαρο
qeματλe πολύτιμο < τ. kiymetli
qeπ-qeρμιζί κατακόκκινο < τ. αραβ. kιp-kırmızı
qeρμιζί κόκκινος < τ. αραβ. kırmızı ερυθρός
qαbαbjής σουβλατζής < τ. kebapcι, αραβ. kebbeb
qαbούγου κάλυμμα, καβούκι < τ. kabuk, κέλυφος
qαbούλ αποδοχή πρότασης < τ. kabul
qαbούλι αποδοχή < τ. kabul, συμφωνία
qάçι βράχος
qαüdούρι γαϊδούρι
qαβάχ καβάκι, λεύκα < τ. kaνak
qαζανdέρζα αποφέρω, κερδίζω < τ. kazandırmak
qαζάνjησι κέρδισε < τ. kazanç, κέρδος
qαζανjήσουσι κερδίσουν (καθαρευουσιάνικο) < τ. kazanmak
qαϊέρια πέτρες < τ. kaya, βράχος
qαϊκ. καΐκι, βάρκα < τ. kayık
qαλαbαλέχ οχλαγωγία, πολυκοσμία < τ. kalabalık
qαλέ φρούριο < τ. kale, κάστρο
qαμbρό γαμπρός
qανdάρι ζυγαριά, στατήρας (40 οκάδες) < τ. αραβ. kantar
qανdουρjήση (να) ξεγελάσει < τ. kandιrmak
qαπάçεν καπάκωσε, σκέπασε < τ. kapaklanmak
qαπαdίς σκεπάζει < τ. kapaklanmak
qαπάχ καπάκι < τ. kapak
qαπάχιν καπάκι, σκέπασμα, βλ. qαπάχ
qαρά γυναίκα < τ. karι, γριά
qαρσλάτσεν συνάντησε < τ. karşιlaşmak
qιλιç σπαθί, ξίφος < τ. kιlιç
qοjάκ αγκαλιά < τ. kucak
qοjακλαdά αγκαλιάζει < τ. kucaklamak
qομουσού γείτονας < τ. komşu
qόνdανεν κούρνιαζε
qονάq κονάκι, αρχοντικό, παλάτι < τ. konak
qονάχ κονάκι, μέγαρο, βλ. qονάq
qονσίνα κουζίνα
qουçί κουτί < τ. kutu
qουβετλένσε δυνάμωσε < τ. kuvvetlenmek
qουβράνσεν κουλουριάζομαι < τ yuvarlaklaşmak
qουγί λάκκος < τ. kuyu
qουγιουλάκκος, λακκούβα < τ. kuyu
qουγιουμjής κοσμηματοπώλης, χρυσοχόος < τ. kuyumcu
qουριούχ ουρά < τ. kuyruk
qουτί κουτί, κιβώτιο < τ. kutu (αντιδάνειο) < κύτος
S
sεκελdί στενοχώρια < τ. sιkιlmak
U
üçüνjü τρίτος < τ. ücüncü
üζdά ξαπλώνει < τ. uzanmak
üζερέκdεν απομακρύνεται < τ. uzaklaşmak
üλκελένσαν νευρίασαν < τ. öfkelenmek
Α ένας, μία, ένα (κοινό για τα τρία γένη)
α’ώνι, το αλώνι
αbλά μεγαλύτερη αδελφή, < τ. abla
αçάς, ο, η εκείνος, αυτός
αçού αυτού
αdέ αυτός – η - ο
αdιμερί ολόγυρα
αjίτσεν λυπήθηκε < τ. acιmak θλίβομαι
αqαλούσσα μυαλωμένη < τ. αραβ. akıl-lı, akıl μυαλό, λογική.
αqουλού μυαλωμένος < τ. αραβ. akıl-lı,
άβ, άβου άλλο, ακόμη
αβγάτ’ς αναβάτης, ιππέας, καβαλάρης.
Άβγο, άβgο, το άλογο, φαρ.
άβι στειλιάρι, κυνήγι < τ. av
αβίς ανάποδα, αλλιώς
αβλίχι κυνηγότοπος < τ. avlιk
άβο, άβου, άβ άλλο, πλέον, φαρ.
αβόπουρμα επομένη πρωί
αβούçα έτσι
αβούτζι, αούτζι έτσι
αβράτ γυναίκα < τ. αραβ. avrat, τα πόκρυφα γυναικός
αβτζής / -ίδες κυνηγός, κυνηγοί, < τ. av-cı, av, κυνήγι
αβτζιλίκι κυνήγι < τ. av κυνήγι, avçı κυνηγός
αβτζιλίκι, το περιοχή κυνηγίου, ασχολία με το κυνήγι, θήρα < τ. avcılık
αγά αγάς, αφεντικό < τ. ağa, άρχοντας, τσιφλικάς
αγζι το στόμα του < τ. ağız, στόμα
αγλέχα μαντήλα, τσεμπέρι,
αγόκκο λαγουδάκι
αγός, ο λαγός,
αδέ εδώ φαρ.
αδού εκεί δα
Άε Άγιε
Αεσμός, Αγιασμός
αζάτι απελευθέρωση (δούλου) < τ. περσ. azat
αζγούνι εξερεθισμένος, νευρικός < τ. azgιn
Αϊ Ένιρη, Αγία Ειρήνη, τοπωνύμιο
Άι, ο Άγιος
αϊλίχι μηνιάτικο (μισθός) < τ. aylık, ay, μήνας
αϊνάς καθρέφτης < τ. περσ. ayna
αϊράνι, αριάνι ξινόγαλα < τ. ayran
αϊρένγι κακό, ζημιά
αϊτζής αρκουδιάρης < τ. ayι-cι, ayι, αρκούδα
ακ σαχαλλούς ασπρογένης < τ. ak sakallı, ak άσπρο, sakallı γενειοφόρος,
ακ σαχαλλούς με άσπρα γένια < τ. ak sakal-lι, μεταφ. γέρων
Αλαgh Θεέ μου! < τ. Allah-ιm
αλάς παρδαλό < τ. ala
άλεϊ μόνο < τ. aleyh εναντίον, κατά
άλειμα βούτυρο, λίπος
αλειμμάτου λιπαρό άλειμμα, αλείφω
αλέμι, το κόσμος, οικουμένη < τ. αραβ. âlem σύμπαν, ολότης
αλέρμεσενεζ το παίρνετε; < τ. almak
αλεφρίρις αδελφούς
αλία λαλιά, ανθρώπινη φωνή
αλιπήκα αλεπού
αλισφερίσι δοσοληψία, εμπόριο < τ. alış-veriş λαμβάνειν-δούναι
αλτίν σοινίgι μετρητής χρυσού < τ. altin sinik
αλτούνε χρυσά νομίσματα < τ. altın
αλτούνι χρυσό < τ. altın
αλτούνια χρυσαφικά, λίρες, βλ. αλτούνι
αμάν ωχ, έλεος < τ. aman < αραβ. amân, βοήθεια
αμασία όρκος
αμε πήγαινε.
αμελέ εργάτης < τ. amele, γνωστά τα αμελέ ταπιρι, τάγμα εργασίας
άμμα όμως < τ. amma
αμμής θείος (εκ πατρός) < τ. emmi
αμναίγκε όργωνε, αμναίνω, οργώνω < λαμναίνω
αμναίνουμε οργώνουμε, βλ. αμναίγκε
αμπατή, η πλεχτός φράχτης < αμπλεχτή,
ανdόκοσι, δοκάρι
ανgλάçε, κατάλαβε < τ. anlamak καταλαβαίνω
ανgλάdισε κατάλαβε < τ. anlamak
ανgλάτσαν κατάλαβαν, βλ. ανgλάçε
Άνα τοπωνύμιο στο Βαρασό (διάφορο το Άννα, Αγία)
αναμbρό ανά εμπρός, προηγουμένως
ανγλάτσεν κατάλαβε βλ. ανgλάçε
ανιdέν αμέσως, στην ώρα του < τ. anιnda
ανλαdά καταλαβαίνει, βλ. ανgλάçε
ανλάτσε κατάλαβε, συμπάθησε
αννά όχι
Άνοιξη Άνοιξη-Καλοκαίρι. Είχαν δύο εποχές, Άνοιξη - Χειμώνας
ανοίς ανοίγει
αντί σαν (σαν τι) φαρ.
αντιά τέτοια
αντιέσουν θυμούνται, μνημονεύουν, αντιέω μνημονεύω,
αντό μερικά
αξαqαλού γέροντας < τ. ak sakallι, με λευκή γενειάδα
αούçα, αούτζι, έτσι
απερά από εδώ
απές, απέσ' μέσα
απέσω από μέσα
απιδέ στέρου από δω κι’ ύστερα
απιδού απ' εδώ
απμένο αναμμένο
απόκκος αλεπουδάκι
απός, αωπός, αλεπού
αρqαdάσα σύντροφος < τ. arka-daş, προστατεύει τα νώτα
αραdeς αναζητείς < τ. aramak
αράdζαν αναζήτησαν, βλ. αραdeς
αρατίζω αναζητώ < τ. aramak
αρατίσκαν αναζητούσαν < τ. aramak
αράτσεν αναζήτησε, βλ. αραdeς
αρέ τώρα
αρέτσα, χ’αρε τώρα δα
αρή, η αγνή < σανσκρ. arı αγνός, άμωμος, αναμάρτητος.
Αρμενία, Αρμενία, έλεγαν τα Άδανα (;)
αρός, ο γερός, ζωντανός, < αρχ. ιλαρός
αροσύνη υγεία
άρσεν ξήλωσε < αίρω
αρσή αρχή, κάποτε
αρσιζλίκι παλαβομάρα < τ. arsızlık, αδιαντροπιά
άρτουπους άνθρωπος
αρώθην ζωντάνεψε συνήλθε, ρ. ρώννυμι - υγιαίνω
αρώνω θεραπεύω < αρχ. αρούμαι, ιλαρούμαι,
άρωπος άνθρωπος
αρωσύνη, η υγεία, ευρωστία < αρός < ιλαρός
ας να
ασάμ πασά μου, μεγάλος αδελφός < τ. paşa, άρχοντας
ασίκιδες γόητες < τ. αραβ. aşık εραστής
ασκ ολσούν εύγε < τ. αραβ. aşk αγάπη, olsun, να γίνει, ρ. olmak
ασκέρ στρατός < τ. αραβ. asker
ασκερί στρατιωτικό < τ. askeri < αραβ. asker, στρατός, συγκέντρωση
ασκεριούς στρατιώτες, βλ. ασκέρ
ασκερλίκι στράτευση < τ. askerlik, στρατιωτική θητεία
ασλανίχι, το αστεϊσμός
ασλάνος, ο λιοντάρι < τ. a(r)slan
άσλη σημασία, βασικώς < τ. αραβ. asl, asıl θεμέλιο
άσομ από
ασότ(ρ)α υδρορρόα, νεροσυρμή, αυλάκι νερού
άσου από
ατάσοι, αdάσοι σύντροφοι < τ. adaş φίλος
ατέ αυτός (-τή, -τό), φαρ.
ατεσλέσε φλόγισε < τ. ateşletmek < περσ. âteş, φως
ατέτι, αdέτι, το συνήθεια < τ. âdet έθιμο
ατζά, ατζεί εκεί, τότε φαρ.
ατζεί εκεί, φαρ.
ατζελές βιαστικά < τ. αραβ. acele, επειγόντως,
ατί γιατί
ατόνε κάποιοι
ατσίκ τσενέ πολυλογάς < τ. περσ. açık, ανοιχτό, çene, σαγόνι
ατσίλ άνοιξε < τ. açılmak
ατστσέ έτσι
αυλών κοιλάδα, χαράδρα
άυνι όμοια < τ. ayni
αυτέν αυθέντης, κύριος
άφ εdέρσιν με συγχωρείς < τ. αραβ. af edersin.
άφεριμ εύγε < τ. περσ. aferin, ή aferim
αφετμέ αμνήστευση < τ. αραβ. af etme
αφήνισκεν άφηνε
αχçή μάγειρος < τ. ahçι
αχeρια αχούρια < τ. ahır < περσ. âhûr < πιθαν. ελλ. αχύριον
αχίλι μυαλό < τ. akıl
αχίλι, το νους, μυαλό < τ. αραβ. akιl
αχιλλούς μυαλωμένος < τ. αραβ. akıl-lı
αχμάχος ανόητος < τ. ahmak
αχπάπης οικογενειακός φίλος < τ. ahbap
αχσάμ ουστού απόβραδο < τ. akşam üstü, akşam, βράδυ, üstü, επί
αχτούνε κλοτσούν, λακτίζω, αχτώ < λακτώ
άχτσεν κλώτσησε,
αχτώντας κλοτσώντας, ρ. αχτώ < λακτίζω
αψά αμέσως
αψά αψά συχνά πυκνά
αψουçικανάς αμέσως, στο άψε σβήσε
άψουν ανάψουν
αώνι αλώνι, κύκλος στο έδαφος όπου ξεσπορίζουν τα στάχυα
αώνι, 'ώνι, αλώνι
αωπός αλεπού
Β
βα αβγά, φαρ.
βαqέτ καιρός, εποχή < τ. vakit
βαβά πατέρας < τ. baba,
βαήνεν έβαζε
βαθικό βαθύ
βάκε ανέβηκε, βαίνω
βαλ βουβάλι,
Βαλελίκι, το νομαρχία, Valilik Νομαρχία, < αραβ. Vilâyet
Βαλής, ο Αρμοστής < τ. αραβ. Vali Νομάρχης
βάλια, βουβάλια
βαρ υπάρχει < τ. var είναι
Βαρdάρης βόρειος άνεμος από την κοίτη του Αξιού
βαρβαργαρούσα δράκαινα, μυθικό τέρας
βάσι πίτα πλατιά, ξεροτήγανο
βάφκαν άφησαν
βάφκε άλειψε, έβαψε
βγαίγκην έβγαινε, φαρ. ρ. βγκαίνω
βέκια αστράγαλοι, βέκ'ι
βέμbει πέμπει, στέλνει
βεράν'ι ερείπιο, χάλασμα < τ. περσ. viran
βέργες σκουλαρίκια
βηλί πέος, από το βέλος
βινεύω ρίχνω
βιριάτι φωνάζει < βιριάζω, φωνάζω, (προσ)καλώ
βιριούνdι προσκαλούν, φωνάζουν < βιργιάζομαι καππ.
βκοημένος, ευλογημένος, παντρεμένος
βκοΐα, ευλογία, φαρ.
βκοΐζω ευλογώ, μεταφ. αρραβωνιάζω ή στεφανώνω
βο, το αυγό, πληθ. βα
βόκκο αβγουλάκι
βορίζω λιχνίζω
Βοτιρίστα κώμη στο νομό Πέλλης το Νέο Μυλότοπο
βουϊνί βουνό
βούλα όλα
βουρdόνι, το μουλάρι < βυζ. βορδόνιον
βουρκανίζω ουρλιάζω (ογκανώ για τα γαϊδούρια)
βουρτόνι μουλάρι < μεσν. βορδώνιο
βουρτόνι, το βουρδών, βορδώνιο, μουλάρι / ημίονος
βρασόλι, βραχιόλι < λατ. bracciale
βρεϊσçή (να) βρει
βρεΐσταν βρήκαν
βρεσή, βροσή βροχή
βρεσίγκεν έβρεχε, βρεσίζει βρέχει
βρεχώ βρεθώ
βρίkh βρίkhνι βρίσκει
βροσάλι βραχιόλι < λατ. bracciale
βυνατό δυνατός (για τα τρία γένη)
Γ
γαdέρφια καθρέφτες
γαβουσώ βυζαίνω
γάιετ λίαν, πολύ < τ. αραβ. gayet, τέλος,
γαϊρü πλέον < τ. αραβ. gayrι αποδεκτό
γαϊρίδι, το γαϊδούρι, γάιδαρος
γάλανε γελούσε
γαλάς, ο κάστρο < τ. kale
γαλέπι καλούπι, φόρμα, μήτρα < τ. kalıp
γαλιόνι, το γαλέρα < ιταλ. kalyon, τζιμινιέρα, μεταφ. τσιμπούκι
γαλιτζέψαμε καβαλήσαμε, φαρ. ρ. γαλιτζεύω, καβαλάω
γαμίσι καλάμι, φαρ.
γαπούλη αποδοχή < τ. gabul
γαραννίχι σκοτάδι < τ. karanlιk, μαυρίλα
γαραννίχι, το σκοτάδι < τ. karanlιk
γαριλάρ γριές, γυναίκες < τουρκ. karılar
γαριλάρ γριές < τ. karı γυνή, σύζυγος
γαρνό, ελάφι
γάτερη, η γαλατερή, θηλάστρα. Όνομα της Παναγίας
γάτιεν ποτέ < τ. katiyen, καθόλου
γαφιάς καφενείο, καφές < τ. αραβ. kahve
γεβή διαβεί
γέβκασι πέρασαν, διέβησαν
γεβκι διέβη
γεγκέ, η παράνυμφος < τ. yenge, η γυναίκα θείου, φίλου
γειπή (να) πει
γειπή dογρού να πει την αλήθεια < τ. doğru, ευθύς
γελ, έλα < τ. gelmek
γέλα έλα
γέλμα γέννημα, σιτηρά
γεμέκι, το φαγητό < τ. yemek τρώγω, φαΐ
γεμενί, το μαντίλα, παντόφλα από Yemen < αραβ. yemeni
γεν γίνεται
γέννεν έγινε
γερεμάδε γιαρμάδες, είδος ροδάκινο < τ. yarma
γερίχος εραστής, αγαπητικός
γερμέγω, φθάνω, ωριμάζω < τ. ermek
γερτιέζω φθάνω, ωριμάζω < τ. ermek
γεσίλι, το πράσινο τ. yeşil μεταφ. άγρια χήνα
γήζα, η κορίτσι < τ. kız
γήμσου για μισή
γήρι, το ψαρί, γκρίζο, < τ. kır, αντιδάνειο < αρχ. κιρρός = υπόξανθος
γης γνωρίζεις
γιqeχ χάλασμα, ερείπιο < τ. yιkιk
γιά γελάει
γιαghέρ άπιστος, πονηρός
γιαqαjάχια καυσόξυλα < τ. yakacak
γιαqεσεqλού ωραία, ταιριαστό < τ. yakιşιklι
γιαβάσα σιγανά < τ. yavaş
γιαβρού μωρό, νεογέννητο πουλάκι < τ. yavru
γιαβρούδε μωρά < τ. yavru, νεοσσός
γιαβρούμ μωρό μου < τ. yavrum, τρυφερή προσφώνηση
γιαγιάν ποδαράτα, πεζή < τ. yayan
γιαγλάτσιν άλειψε < τ. yağlanmak
γιάδι αγελάδα
γιαζέδια αγορά
γιαζέρια γραπτά < τ. yazι, γραφή
γιαζιλάν πεπρωμένο, γραπτό < τ. yazılı
γιακισικλούς όμορφος (άντρας), ταιριαστός < τ. yakışıklı
γιαλάτσεν έγλυψε < τ. yalamak
γιαν γιανά αντικριστά < τ. yan yana, yan, πλευρά
γιαναστέσην πλησίασε < τ. yanaşmak
γιαναστεύω πλησιάζω < τ. yanaşmak
γιαναστούρσεν διπλάρωσε < τ. yanaşmak
γιαπαντζί εξωτικός < τ. yabancı, άγνωστος < περσ. yâbân, ερημιά
γιαπούϊσαν κόλλησαν < τ. yapιşmak
γιαπουστήρσιν προσάρμοσε < τ. yapıştırmak
γιαπουστουρdούς κόλλησε < τ. yapιştirmak
γιαρ φίλος, εραστής < τ. yar < περσ. yâr, αγαπημένος
γιαρ φυτανλής λυγερόκορμος < τ. fidanlı < ελλ. φυτόν
γιαρ, ο, η εραστής, αγαπητικιά < τ. περσ. yar
γιαραdές ωφελείς < τ. yaramak
γιαράς πληγή < τ. yara
γιαρέμ μισός <τ. yarιm
γιαρίσι αγώνας, ανταγωνισμός < τ. yarış, διαχωρισμός
γιαρού μισό < τ. yıarı
γιαρού 'υμνά μισόγυμνα < τ. yarım + γυμνά
γιαρού τσιπλάχ μισόγυμνος < τ. yarı çıplak, γυμνός
γιάρωσε έγινε καλά, αρωσε, ρώνυμι
γιασάσαν έζησαν < τ. yaşamak
γιασατίσκην ζούσε < τ. yaşamak,
γιασιτίζω πορεύομαι, ζω < τ. yaşamak
γιασλούς ηλικιωμένος < τ. yaşlı, yaş, ηλικία
γιάσουμι γελάσουμε, ρ. γιάω, γελώ, φαρ.
γιάτε, γιαdε ελάτε, φαρ.
Γιαχουdής Εβραίος < τ. Yahudı
γιέν ανιψιός < τ. yeğen
γιοκ όχι < τ. yok
γιολαdά στέλνει < τ. yollamak
γιολάτσιν έστειλε
γιολλατίμ έστειλα < τ. yollamak βγάζω στο δρόμο, στέλνω
γιολτάσης συνοδοιπόρος < τ. yol-daş, yol δρόμος,
γιόξαμ μήπως, ειδ' άλλως < τ. yoksa
γιορού πήγαινε < τ. yürümek βαδίζω, πορεύομαι
γιορτιέσουνε ερμηνεύσουν
γιουκούνν'ει ακούει
γιουκούσω ακούσω
γιούκσιν άκουσε
γιουμπρούχι γροθιά < τ. yumruk
γιουμρουχλάνσην γρονθοκόπησε < τ. yumruklamak
γιοχ όχι < τ. yok
γιοχλατίσουν ψαχουλέψουν < τ. yoklamak, ψηλαφίζω, δοκιμάζω
γκαρτιέζω απλώνω (τα φτερά πουλιού)
γκελιν νύφη που μπαίνει στο σπίτι του άντρα < τ. gelin
γκεριλετίζω τεντώνομαι, αναχαιτίζομαι < τ. gerilmek
γκερίχος, εραστής, αγαπητικός
γκετζέ νύχτα < τ. gece
γκέτμιεν που δεν πηγαίνει < τ. gitmek, πηγαίνω
γκιορέ ως προς, αναλόγως < τ. göre,
γκιουβέι γαμπρός σε κόρη τ. güvey, enişte γαμπρός σε αδελφή
γκιουζέλ ωραίος < τ. güzel ωραίος, ωραία
γκιουζελίμ κούκλα μου < τ. güzelim, güzel όμορφος
γκιουλέ γκιουλέ χαμογελώντας < τ. güle güle, με γέλια, στο καλό
γκόμα κομμάτι, μια στάλα
γκούdι, λίγο, κομμάτι
γλέχα, αγλέχα, μανδήλα, τσεμπέρι
γλέχα, γλέχι, μανδήλα, τσεμπέρι, φαρ.
γνέντα έναντι, απέναντι φαρ.
γνές ξανά
γομάρε γάιδαρος, φόρτωμα για ένα γάιδαρο
γονουστιέν συζητούν < τ. konuşmak
γοντσίδες γείτονες, γοντσής < τ. komşu, γείτονας
γοντσίσα γειτόνισα < τ. komşu
γοράνν'ει αγοράζει
γοτζάς, ο σύζυγος, γέρος < τ. koca πρεσβύτης
γουdούρσαν φρένιασαν < τ. kudurmak λυσσάω
γουβάλι, το βουβάλι
γουζί, το αρνί < τ. kuzu, γουζί μου μωρό μου
γουΐ, το γουβί < γούβα, λάκκος < αρχ. γύπη ίσως < λατ. guba
γουλτωθώ λυτρωθώ, γουλτώνομαι < τ, kurtulma
γουλτώννει γλυτώνει, τελειώνει (το έργο)
γουμάρι γαϊδούρι, φόρτωμα (όσο σηκώνει ο γάιδαρος)
γουμασώνα εκλεκτό ύφασμα < τ. αραβ. kumaş ύφασμα ποιότητος
γουρbάνι σφάγιο < τ. kurban τάμα, ζώο για θυσία
γουρbέçι τα ξένα, ξενιτιά < τ. gurbet
γουργούρι λάρυγγας φαρ.
γουργούρι, το λαιμός, φάρυγγας, γούργουρας, βυζ. γουργουρισμός
γουτζαχλαμά, αγκάλιασμα < τ. kucaklama εναγκαλισμός
γουτζαχλατίζω αγκαλιάζω < τ. kucaklamak
γουτζαχλάτσην αγκάλιασε < τ. kucaklamak
γουτνί, το ύφασμα μεταξωτό < τ. gutnu
γουτούρσαν, λύσαξαν, < τ. kuturmak = μαίνομαι, λυσσώ
γούτσε συμφώνησε
γρâ γριά
γραι γραία, γριά
γρεύω βλέπω (από τον αόριστο έγρεψα = έβλεψα)
γροικά καταλαβαίνει, γνωρίζει, βυζ. ρ. (α)γρικώ
γροικάγκαν γνώριζαν
γροίξεν γνώρισε, αγρ(ο)ικώ καταλαβαίνω, ακούω
γροίξι κατάλαβε, αγρικώ
γρουκάτα, η αγριόγατα
γρύνν'ιτι γδύνεται
γρύστα γδύσου
γρώσι, το 1/100 της τ. λίρας, kuruş
γυο δυο
Δ
δαιβοσύνη, η διαβολιά, πονηριά, δαίμων
δαρά τώρα
δεβαίγκην περνούσε, διάβαινε
δεβαίνκε διάβαινε, περνούσε, ρ, δεβαίνω, διαβαίνω
δέβας πέρασε (διαβαίνω)
δέβασαν πέρασαν δεβάζω < διαβαίνω και διαβάζω μελετώ
δεβάσκαν διάβαζαν, διαβάζω, δεβάζω
δεβόβου διαβόλου, διέβος, διάβολος
δεβοσύνη διαβολιά, πονηρή ενέργεια
δέβου πήγαινε, διάβαινε
δεκη δώσει
δέφα αδέλφια, (α)δεφός, αδελφός
δεφός, ο αδελφός
Δηρμήτ Δημήτρης
διεχούς δίχως, χωρίς
δισώμι δύο ώμοι, δις ώμος
δομένο δαιμόνιος, δαιμονισμένος, τρελός
δότζεν χτύπησε, (με ο) φαρ. Αόριστος του κρούω
δότζην χτύπησε, αόριστος του κρούω
δρα μεγάλα < 'δρο, αδρός μεγάλος
δρο μεγάλος, φαρ. (από το αδρός)
δώτζεν έδωσε, (με ω) φαρ. Αόριστος του δίδω
δώτζην έδωσε, ρ. δίτω δίνω (δότζην χτύπησε, του κρούω)
Ε
ε ένα
ε, εν αν
εbέ γιαγιά < τ. ιαπον. ebe μαμή, μάμη.
εçίνdινανε πορεύονταν, ζούσαν < τ. geçinmek
έdεκαν έθεσαν, έβαλαν, βυζ. θέτω
έdεκε έδωκε, έθεσε
έgνωσα ενημέρωσα, γνώρισα,
έα άσε, ρ. εάω - εώ
έβghενε βγήκε
έβgαμη βγήκαμε, ρ. βγκαίνω < βγαίνω
έβgαν βγήκαν
έβζιξιν έζεψε
εβή αυγή, πρωί
εβίτζα γλυκοχάραμα, πρωί, τηνεβή αύριο
έβκη (ε)βγήκε
εβλάdι τέκνο < τ. evlat
έβσαξιν έσφαξε
έγα μέγα
έγερ εάν < τ. eğer
εγίπ ντροπή < τ. ayιp
έγισgε γέννησε
έγκι ισορροπία (φόρτωμα σε υποζύγιο) < τ. κινεζ. deng
εγλατώνω γλύφω, σκουπίζω, φαρ.
εγλεντζές, γλέντι < τ. eğlence διασκέδαση
εδό έλα, προστ. του έρχομαι, φαρ. (εδό αδέ = έλα εδώ)
εδότι ελάτε, φαρ.
Εζ, ο Άγιος
εϊλίκ καλοσύνη < τ. iyilik
είνdι άντε < τ. haydi
είρασι είδαν, είδασι!
είρε είδε
εις ένας, εις
έϊσκαν είχαν
έκκε έκανε
έκουασε έκλασε ρ. κουάνω «κλάνω»
ελάνσε σάλταρε, ρ. ελαύνω
ελέ βερμέ λιποταξία, παράδοση στον ξένο < τ. ele verme
ελέκι κόσκινο για αλεύρι < τ. elek
ελίκ καλοσύνη, χάρις < τ. eyilik
ελμάς διαμάντι < τ. αραβ. elmas
ελπισέ ρούχο < τ. elbise
έλτιψαν έδεσαν, μεσαιωνικό λιτεύω, δένω
έμααν έμαραν, έμαθαν
έμασι έμαθε
εμμογλης εξάδελφος < τ. emmi oğlu, γιος θείου από πατέρα
έμοσμα, γέμισμα, φαρ. (έμω, γέμω, γεμίζω)
εμπας βάλε, γέμισε, φαρ. (εμβάζω), μπάζω
έμσερι πατριώτη < τ. περσ. hemşeri
εμώθαν γέμισαν
έμωσεν γέμισε, γεμώνω
έν είναι
ένdαν έγιναν
ένηκι γίνηκε
ένι είναι < έν(εστ)ι
ένι, εν’ , ΄νι είναι < έν(εστ)ι είναι
ένια γένια
ενίσκιτι γίνεται
ενίσκουντι γίνονται
εννά γεννά
εννέ εννιά
ενόσαν έγιναν, (ίνουμι, γίνομαι, ωριμάζω)
ενόσαντη έγιναν
ενότουν έγινε
έντουνε εγένετο
έντσεν γέννησε ρ. εννάω «γεννώ»
εξίγι ελαττωματικό < τ. eksik, ελλιπής
εξίλjησασι αυξάνονται
έπgεν εποίησε, έκανε
έπαρ πάρε
έπε είπε
επεγί αρκετά < τ. epey
έπεϊ αρκετά < τ. epey
επιçού από εδώ
έπιασε έπιασε τόπο, έβαλε στη θέση του
έπισασι έπεσαν
έπκαν εποίησαν, έκαμαν
έπκεν εποίησε, έκανε
έπσασε έψησε
έρç έρθει
ερά εδώ
έροτον ερχόταν
έρουνdι έρχονται
έρυξαν έσκαψαν < ορύσσω
ερυό δυο
έσαξαν έσφαξαν
έσεις έχεις
εσέογλου εσέκ γαϊδουρογάιδαρε < τ. eşek oğlu eşek, γαϊδάρου γιε γάιδαρε
έσητι έχετε
έσικιν έθεσε
έσιρα έριξα, ρ. σιραίνω, σκοπεύω και πυροβολώ (και με τόξο)
έσσυρεν βρόντηξε, τουφέκισε, φαρ. Συραίνω, σφυρίζω
έσυρε το μεχάνι δούλεψε η μηχανή (το φυσερό του σιδερά)
ετά αυτή
ετιά ετούτα, αυτά
ετό αυτό
ετός αυτός
ευή, η αυγή, (τηνευή = αύριο)
ευίτζα, αβίτσα, αυγίτσα, αυγούλα, το χάραμα της επομένης
Εφεντής Αυθέντης (αντιδάνειο από ελλ.)
έφκι έφτασε, έγινε
έφκωσα άπλωσα < φαρ. ρ. φκώνω, απλώνω
έφκωσε άπλωσε, φκώνω, απλώνω
έχeσκαμ είχαμε
έχτσεν έχτισε
εώ εδώ
Ζ
ζ της, ‘ζ Ε Σοφίας της Αγίας Σοφίας
ζάεις κάνεις
ζαΐφη αδύνατος < τ. αραβ. zayıf, ισχνός
ζαμάνι εποχή, καιρός < τ. zaman < αραβ. zeman
ζαναχέπ κοροϊδεύω, ρ. ζαναχεύω
ζαπίτ αξιωματικός < τ. zabit < αραβ. zabt, σύλληψη
ζαπίτ’ς αξιωματικός < τ. αραβ. Zâbit, αρχηγός
ζαπτιάδε, αξιωματικοί
ζάρφι φάκελος < τ. αραβ. zarf, κάλυμμα
ζαχμέçι κόπος, ενόχληση < τ. zahmet < αραβ. zahm
ζγαζ ζευγάρι
ζεγριά ζεβριά αριστερά
ζεϊτούνα ελιές < τ. zeytin
ζεϊτούντζα κάτοχος ελαίας < τ. αραβ. zeytin, ελαιόδεντρο,
ζελμονάν λησμονούν, φαρ. ρ. ζελμονώ
ζελμόνεσε ξέχασε, ζελμονάγω, λησμονώ
ζελμόνσεν λησμόνησε
ζεμπίλ, ζουμπούλι, δίχτυ < τ. zembil
ζεν, ζαμ σαν
ζενgινένσεν πλούτισε < τ. zeginlemek
ζενgινης πλούσιος < τ. περσ. zengin
ζεναάτι ειδικότητα, τέχνη, επιδεξιότητα < τ. αραβ. zanaat
ζενγκινέτσε πλούτισε < τ. zengin, zenginlemek
ζενίν πλούσιος < τ. zengin
ζευγάρι ζυγός, ζεύγος βοδιών για όργωμα
ζηντάνι τόπος σκοτεινός < τ. περσ. zından, υπόγειος φυλακή
ζηρμουννά λησμονεί
ζιαρέτι επίσκεψη (σε γιορτή) < τ. αραβ. ziyaret,
ζιαρέτι, το προσκύνηση < τ. αραβ. ziyaret επίσκεψη
Ζιντζί τερέ, το Αλυσόρεμα. Τα Φλαβιανά, σε απόσταση δυο ώρες από την Καισάρεια. Ο Επίσκοπος μετέφερε την έδρα του στο Ζιντζί τερέ για να έχει εποπτεία των Σχολείων. Η Μονή Αγ. Προδρόμου τύποις Μονή με το συγκρότημα των Σχολείων ήταν “Παν διδακτήριο”: Ιερατική (ισότιμο με τα εν Ελλάδι Γυμνάσια), Διδασκαλείο Θηλέων, Ορφανοτροφεία Αρρένων και Θηλέων)
ζιντζί, το αλυσίδα < τ. zincir < περσ. zencir,
ζόρι ωραίο, δυνατό, δυσκολία, βία < τ. περσ. zor
ζουλεύω δουλεύω, θρέφω
ζουλιά δουλειά,
ζουλιάς çης dεπέ πάνω στη δουλειά < τ. tepe, μέτωπο
ζουριέτι απόγονοι, παιδιά < τ. zürriyet, γενιά
ζουρλού ισχυρός < τ. zorlu, ρωμαλέος, zor, δυσκολία
ζουρλούσσις ωραίος, ρωμαλέος < τ. zorlu
ζουτζί, στάμνα πήλινη
ζουτζόκκο στάμνα μικρή
ζυ ζυγός, ζεύγος/ζευγάρι, ζυ ρούχα, φορεσιά
Η
ή, σ'τη γη
ήαψεν άναψε, ρ. άπτω
ήγιασα όργωσα
ήγρεψε κοίταξε, γρεύω, κοιτάζω, θρέφω, φροντίζω
ήνgρεψαν γύρεψαν, θέλησαν
ήνgρεψε γύρεψε
ήρασα ερωτεύτηκα
ήσιλισκι θέλησε
ήσκου νηστικός
ήτουνε ήτανε
ήψες άναψες, άπτω ανάβω
Θ
θάλι, λίθος, πέτρα
θεία, η θεία, μετφ. προξενήτρα,
θέκ θέσε, φαρ. ρ. θέκνω
θέκνω θέτω, τοποθετώ
θιάνω φτιάνω
θιάρ λιθάρι
θωρεί βλέπει, θεωρεί, θωρώ
θωρήγκαν έβλεπαν, φρόντιζαν, θωρώ, επιμελούμαι,
Ι
ι είναι
ιçά αυτά
ιβάρι χαλινό καπίστρι < τ. yular
ιγdέρι βρακί
ίδι γίδα
ιζgίνι σίκαλη, (ζωοτροφή)
ιζίνη, άδεια, διαταγή < τ. αραβ. izin
ιζίνι άδεια < τ. αραβ. izin, εξουσιοδότηση, εντολή
ικιτέ bιρ μια στις δυο < τ. ikide bir στα δύο ένα
ιλενgέρι ταψί, πιατέλα < τ. ilenger
ιλέσι ψοφίμι, πεθαμένος < τ. περσ. leş
ιλίκ μεδούλι, κουμπί <τ. ilik, κουμπότρυπα
ιλλέτι ασθένεια, μεταδοτική αρρώστια < τ. illet
ιμάμ Ιμάμης < τ. Imam
ιμανσούζα άπιστη < τ. αραβ. iman πίστη, imansız = άπιστος
ιμάτι πουκάμισο < ιμάτιον
ιμιάς με μιας
ιμνιά μία, κάποια, κάποτε
ίνgενς ουγγιές, ουγγιά < λατ. uncia (περίπου 31 gr)
ινgιάν αν και, γιατί, ωσάν
ινεί (να) γίνει, φαρ.
ινισκούτουν, γινόταν, φαρ. ινίσκεται = γίνεται
ίνου είναι
ινούτουν γινόταν, ίνουμαι, γίνομαι, ωριμάζω
ινσάνι, το άνθρωπος, νοήμων < τ. insan < αραβ. ins
ινσάνια άνθρωποι βλ. ινσάνι, το
ινσάνος άνθρωπος, βλ. ινσάνι, το
ινώ γίνω
ιπαdέτι, το λατρεία < τ. αραβ. ibadet δουλεία
ιπτάχνου αρχικό, προηγούμενο < τ. iptida
ιράστα συναπάντημα < τ. rast
ιράτς ευθύς, τύχη αγαθή, συνάντηση < τ. rast
ιρέα ιδέα, μνημονικό
ιρί ρωμαλέος, δυνατός < τ. iri
ιρνιό δύο
ισλανdούσι βρέχονται < τ. ιslanmak
ισμάνι μετανιωμένος, πισμάνι < τ. περσ. pişman
ισούζη παράξενος, κακός χαρακτήρας
Ιστανbουλλού Κωνσταντινοπολίτης < τ. Istanbul-lu
ισύνα εσύ
ιτά ετούτο
ιτέριν βρακί, σαλβάρι
ιτό αυτό
ιτσινέ μέσα < τ. içi-ne, iç μέσα
ιφλάχι ξουράφι, φαλτσέτα < τ. Iflah
Κ
κöτüλεγίση κακοποιήσει < τ. kötülenmek
κöτία κακά, χαλασμένα < τ. kötü, κακός
κüνüργια καινούργια
κα καλά, καλό
κα’ό καλό
καbάνι Καπάνι, τοπωνύμιο στα Φάρασα
καβάζης φρουρός < τ. kavas
καβαλίνες κόπρανα ιπποειδών
Καβάρη κάτζι Καβάρη βράχος, τοπωνύμιο στα Φάρασα,
καβάχι καβάκι, λεύκα < τ. kavak
καβγάς διαμάχη, τσακωμός < τ. kavga
καβουρμάς τηγανητό κρέας, < τ. kavurma (χοιρινό λίπος στη βράση)
κάγοτον καιγόταν, βασανιζόταν
κάζα χήνα < τ. περσ. kaz
καζάντησε κέρδισε < τ. kazanmak
κάιγεται κάθεται
κάκι, κάκα, σκατά (παιδικά)
καλαΐτου τον καλεί, προσκαλεί
κάλης κασιδιάρης < τ. kel
κάλιψεν καβάλησε
καλόκκος κασιδιάρης < τ. kel
καλπατούνι τανάλια < τ. αραβ. kelpeten, kerpeten,
καλσίν να μείνει < τ. kalmak μένω
καμbήλ καμήλα
κάμα άσκημα < τ. kam
κάμικο άσκημο, κακό < τ. kam
καμίσι καλάμι < τ. kamuş
καμούκια κόκαλα < τ. kemik
καμπά νταής ψευτοπαλικαράς < τ. kaba-dayι (dayι, μπάρμπας)
καμπράδε σβόλοι από χώμα
καμπράς, σβόλος από χώμα
κανείς κάποιος
κανίζω σκίζω, σπάζω
καννάβι, το σκοινί, φυτό καννάβι
κάντι πού είναι
καοσύνη, καλοσύνη
καπάτα σκέπασε < τ. kapamak
καπατίζω κλείνω, σκεπάζω, βλ. καπάτα
καπατίστη έκλεισε
κάπιν κάπνη, καπνοδόχος
καπλάνι, το τίγρης < τ. kaplan
κάπνη καπνοδόχος
καρdία, η καρδιά, στήθος
καρά κίσι βαρυχειμωνιά < τ. kara kιş μαύρος χειμώνας
καράκ κρέας
καρακώνω κλειδώνω
καργάς, ο κάργια, κόρακας < τ. karga
καριά καρδιά
καριόλα κρεβάτι, μεταφ. ιερόδουλη
καρμανίσκινι κλωθογύριζε, από το καρμάνα που περιστρέφεται
καρμαντίζω περιστρέφομαι, καρμάνα το αδράχτι
καρσιλαμά αντικριστός χορός < τ. karşılama, συναπάντημα
καρσιλαμάς αντικριστός χορός < τ. karşılama προϋπάντηση
καρτζουλιέgοι τέρατα (μυθικά)
καρτιέζω ανοίγω, τεντώνω < τ. kurmak (στήνω)
καρυδού μέσα το μέσα του καρυδιού, ψίχα
κασαπτσής χασάπης
κασινόνjισκασι κάθονταν
κάσιτι κάθεται
κατάρ όσο < τ. kadar, νε κατάρ, πόσο
κατάσεν κλότσησε, κατ’ αχτώ
κατέρι μοίρα, ριζικό < τ. αραβ. kader το γραπτό
κατέχκανε κατέχανε, γνώριζαν, (ρ. κατέχω)
κάτζανε κάθισαν
κατζεύω ομιλώ, λέγω, φαρ. (ποντιακά καλατζεύω)
κατζέφκην μιλούσε,
κατζέψει μιλήσει, βλ. κατζέφκην
κατζί, λόγος, ομιλία, φαρ.
κάτζι, το βράχος < τ. kaya
κατιέν ουδέποτε, καθόλου < τ. katiyen
κατιέσεν κυνήγησε, ρ. κατιέζω
κατινός, καθαρός, αγνός, φαρ.
κατλέβgουσι καβαλικεύουν
κατλέβγει, καβαλικεύει, ρ. κατλέβγω
κάτου κάτω
κατούα, χήρα, φαρ.
κατόψα κατά όψη, κατεπάνω
κατσμά δραπέτευση < τ. kaçma, ρ. kaçmak, δραπετεύω
καφά κεφαλή < τ. αραβ. kafa
καφέσι κλουβί < τ. kafes
κάφτα κάηκα, ρ. κάφτομαι καίγομαι
κάχι πλάι, δίπλα, κόχι, όχθη < τ. kax
καχπέσα πόρνη, πουτάνα < τ. kahpe
κεdέρι προσβολή
κεζμάτι τύχη, πεπρωμένο < τ. kısmet
κειόταν εκεί ήταν
κέιφι καλή διάθεση < τ. keyf
κεκίλι, το τσουλούφι, μπούκλα μαλλιών < τ. kıl μαλλί
Κέλ ογλάν κασίδας αγόρι < τ. kel oğlan
κελέρ, έσοδα, σοδιά, στάχια < τ. kelir, keler
κελέσι ωραίος < keleş, κελ, φαλακρός, < kel, κασίδης
κελέσιν να έλθεις < τ. gelmek έρχομαι
κελίν νύφη < τ. gelin γυναίκα στο σπίτι του συζύγου.
κελιν γήζα κόρη αρραβωνιασμένη < τ. gelin kız
κελίνγίζα μνηστή < τ. gelin kız, νύφη κορίτσι
κελλές κομμένο κεφάλι < τ. kelle σε σφαγμένο ζώο
κεμέρ θήκη στη ζώνη για χρήματα < περσ. kemer ζώνη,
κεμίν, το κιβωτός (του Νώε) < τ. gemi πλοίο, σκάφος
κεμόκ κόκαλο < τ. σανσκρ. kemik
κενάρ άκρη, όχθη < τ. περσ. kenar,
κεντέρι πίκρα, λύπη < τ. keder
κεντικελέν αφεαυτού ερχόμενος < τ. kendi gelen
κεπεζελίκι εξευτελισμός, ταπείνωση < τ. kepezelik
κερdάνι, το περιδέραιο, καδένα < τ. περσ. gerdan «λαιμός»
κερβεντζής συνοδεύων καραβάνι, καμηλιέρης < τ. kervancı
κεριλετίζω αναχαιτίζω, απωθώ < τ. gerilemek
κερτάνι περιδέραιο, βλ. κερdάνι, το
κερτίστηνι σκόρπισαν
κερτμεσί κόψιμο, χαραγή < τ. kertmek
κέσgε μακάρι, είθε < τ. keşke
κεσέ σακούλα, πορτοφόλι < τ. kese < περσ. kîse
κέσκε μακάρι < τ. keşke
κετζέ γιαρισή μεσάνυχτα < τ. kece-yarιsι, νύχτας μισό
κετιρσίν να φέρει < τ. getirmek φέρνω
κετούρσαντα, έφεραν < τ. getirmek
κετσέ γιαρισί μεσάνυχτα < τ. gece yarısı, της νύχτας το μισό
κετσελίκι νυχτικό < τ. gecelik
κετσίμι, το το ζην, βίος < τ. geçim
κετσινdάγω πορεύομαι < τ. geçinmek, βιοπορίζομαι
κετσιντίζω πορεύομαι, ζω
κετσιντίσετε ζήσετε, βλ. κετσινdάγω
κέφι διάθεση κέφι, < τ. keyif
κη (να) κάνη
κηζ κορίτσι < τ. kız κόρη παρθένα
κιανdά κοντά, περίπου
κιάρι κέρδος < τ. περσ. kâr, εργασία, κόπος
κιάτ κατά όπως
κιατίπης ταμίας < τ. αραβ. kâtip, γραφέας
κιεχ νίοτε < τ. περσ. kâh, gâh
κιζίρης κλητήρας κοινότητας < τ. gizir
κιζμέcι τύχη, ριζικό < τ. kısmet
κιλαλάτζι, το κόπρος σε σβόλο που κουβαλούν τα σκαθάρια
κιλίτσι ξίφος < τ. kılıç
κίμινιζ ποιος από σας < τ. σανσκρ. kiminiz
κινά χένα < τ. kina, ξανθή βαφή για νύχια και μαλλιά.
κινέ πάλι < τ. gene, gine
κιορέ ως προς, αναλόγως < τ. göre
κιορέ αναλόγως, κατά τα φαινόμενα < τ. göre, ρ. görmek, βλέπω
κιοσέ σπανός < τ. περσ. köse
κιουζελίμ όμορφη μου < τ. güzelim
κιουζελλίκ ομορφιά < τ. güzellik
κιούπι πιθάρι < τ. küp
κιουτζουτζούκ μικρούτσικος < τ. περσ. küçücük, küçük, μικρό
κιουτσούκ μικρός < τ. küçük
κιριάς κρέας
κισμέτι τυχερό, πεπρωμένο < τ. kιsmet
κιτέσιν να πας < τ. gitmek πηγαίνω
κλουτζίστρα, η κλώσσα, (κλωσσάστρα)
κλώιχ κλώθεις, γυρίζει
κό δικό (του)
κό μου δικό μου
κοβdά κορμί, σώμα < τ. gövde
κοβαλάτσαν κυνήγησαν < τ. kovalamak, κατατρέχω, κυνηγώ
κοβτάς σώμα < τ. gövde, κορμί
κοδευτήρι, κλαδευτήρι
κοδίζω προσβάλω, βασανίζω
κοζλούχα, τα ματογυάλια, διόπτρες < τ. göz-lük (göz, μάτι)
κοιμερώ κοιμηθώ
κολαΐ ευκολία < τ. kolay
κολήσουμ σαλαγάω (βόδια, πρόβατα), κολλάω
κόμα κομμάτι
Κόμανα πόλη, η Ιεράπολις των ελληνιστικών χρόνων
κόμη ακόμη
κομούρια κάρβουνα < τ. kömür, άνθραξ
κομπώσει ξεγελάσει, ρ. κομπώνω, ξεγελώ, εξαπατώ
κονdούρα κολοβή
κονάχι έπαυλη, αρχοντικό, παλάτι, κονάκι < τ. konak
κονουσμάτουν ομιλία < τ. konuşma
κόνσεν πέταξε, ρ. κοντάω, ακοντίζω(;)
κοντάν πετούν ρ. κοντάω (ακοντίζω;)
κοντάω, ακοντάω, ακοντίζω, ρίχνω
κονώς, κενώνω, χύνω
κόνωσε άδειασε
κοπανίζω χτυπάω, δέρνω, κόπανος(;)
κοπανίσκην χτυπούσε, κοπανούσε, κοπανίζω < κόπανος
κοπρού γέφυρα < τ. köprü
κόρ στραβός, τυφλός < τ. περσ. kör
κοριαίνω τυφλώνομαι, βλ. κόρ
κορίς κορίτσι
κορτζόκο, κοριτσάκι
κοσά γωνιά, ύπαιθρο, αλάνα < τ. köşe περσ. gûşe
κοτέκι, κουτέκι ρόπαλο, ξυλοκόπημα, στειλιάρι < τ. kötek
κοτζί, κοτσί, το σιτάρι
κουβαλάτσεν κυνήγησε, κατατρόπωσε, ρ. κουβαλατώ
κουγιού πηγάδι, λάκκος < τ. kuyu
κουγιουμτζής κοσμηματοπώλης < τ. kuyum-cu, kuyum, κόσμημα
κουζέλτσα όμορφη < τ. güzel
κουκού θεία, προσφώνηση σε μεγάλη γυναίκα
κουλαδζόκκο φιδάκι < τ. yιlancık < yılan φίδι
κουλάχ κουκούλα < τ. külah , σκούφος
κούλι ρόδο < τ. περσ. gül λουλούδι
κουμάσα, η κουμάσι, ορνιθώνας
κουμάσι, το χοιροστάσιο, κοτέτσι
κουμουσώνα ασημένιο < τ. gümüş, άργυρος
κουνdά ρίχνει, ρ. κοντάω (ακοντίζω;)
κουνάχι, το αμαρτία < τ. περσ. günah
κούντατο πέταξέ το, ρ. κοντάω
κουπανσεν κοπάνισε, έδειρε, κοπανίζω (κόπανος)
κούπασεν έχυσε, κουπώνω, χύνω
κουράς καμίνι, σιδηρουργείο < τ. küre < περσ. kûre
κούρβα πόρνη < μεσν. κούρβα < λατ. curvus, καμπύλος
κούρβα, η πόρνη < λατ. curva καμπύλη, κυρτή
κουρελετίζω παρασύρω, φτυαρίζω < τ. κürek, φτυάρι
κούρι καρβέλι (ψωμί) κουρόκκο
κουρτάω καταπίνω
κουρτσουλιέgοι σκαπανείς < τ. περσ. kurz, ρόπαλο, σκαλιστήρι
κούσι, το σκάφη για πλύση ή ζύμωμα, βάρκα, φαρ.
κουστά ξερνάει < τ. kusmak, κάνω εμετό
κουτζίστρα κλώσα, φαρ. (κλωσάστρα)
Κούτζορος, Κουτσοφλέβαρος, φαρ.
κούτι κομμάτι, λίγο (χρόνο), λίγα λεπτά
κούτι σπόρος, σπυρί
κουτούκι κούτσουρο < τ. kütük, πληθ. κουτούκε
κούτσε συμφώνησε, ακολούθησε, ρ. κουθάω
κόφα, η κόρφος, άνοιγμα ποδιάς
κοφτέρης κόπτης, αποκεφαλιστής, δήμιος
κρέβεις γυρεύεις
κρούσκους κρυούτσικο, δροσούλα
κω κάνω
κως, ο κώλος, πισινός
κώσω κλώθω, περιφέρομαι, κλωθογυρίζω
Λ
λ' άλλα
λ’ ά άλλον ένα
λ’εν άλλο ένα
λαqερdιά λόγια, κουβεντολόι, < τ. lakırdı
λαεί λέει
λαειννόνjισκι ελεεινολογεί, λέει ακατανόητα, παραμιλάει,
λαζίμι απαραίτητος, χρειαζούμενος < τ. lazım
λαλά θεία < τ. hala, χαλά αδελφή της μάνας
λάλσε λάλησε, μίλησε
λαΰνια λαγίνια, στάμνες
λάφα κουβέντες < τ. περσ. laf
λάχσεν λάκτισε, ρ. λακτίζω
λαχτά κλωτσά, βλ. λάχσεν
λαχτίς λακτίζει, χώνει
λαχτόρι, το κόκορας < αλέκτωρ
λεΐκα λίγα
λέικο λίγο
λέιξαν είπαν < έλεξαν
λέμων ελεήμων
λεπέ λαπάς, πηκτή
λερό νερό
λέσι πτώμα < τ. leş
λεχ λέει
ληθώτικα αληθινά
λητάρι σπάγκος (για δέσιμο)
λήτεψαν έδεσαν, φαρ.
λήτεψε έδεσε, ρ. λητεύω, δένω
λητέψει (να) δέσει, φαρ. ρ. λητεύω
λία, λιέγα, λίγα
λιαρό νερό
λιέτουνε ήταν λίγο (λιέγο ήτουνε)
λιθοθώρι ξερολιθιά, λίθο θωρώ
λίμιξιν άρμεξε, λιμέζω, αρμέγω, αλμέγω
λίσκο λίγο (λιγούτσικο)
λίψα δίψα
λτινός κόκκινος, φαρ. (αληθινός, χρυσός)
Μ
μöχüρ σφραγίδα < τ. mühür
μά, μα ρα πάρε
μα'κό μαλακό
μαç – μαύρο κατάμαυρο < τ. maç, επιτατικό μόριο
μαdέμ αφού < τ. madem
μάβρωσε θύμωσε, μαύρισε, κατέβασε μούτρα
μαγαράς σπηλιά, άντρο < τ. mağara < μέγαρο
μαγίν μαγικό
Μαθόπ(ω)ρος Φθινόπωρο
μαϊμούνια μαϊμούδες
μάλ πράγμα < τ. mal περιουσία
Μαλλιέρης μαλλιαρός (μυθικό τέρας παραμυθιών)
μαμούκα μάμη, γιαγιά
μάνgανο παγίδα για άγρια ζώα του δάσους
μανάλι λαμπάδα < μανουάλιον
μανταράς, μιντέρι < τ. minder μαξιλαράκι, στρωμνή
μαπουσλιέχι φυλάκιση < τ. mahpusluk
μαργαώγκαν μάλωναν, φαρ. ρ. μαργαώνω
μαργαώνω μαλώνω, γκρινιάζω
μαργκάωσεν μάλωσε
Μαρκάλτσα δράκαινα (μυθικό τέρας παραμυθιών)
μασαίρι, μαχαίρι
μασάλι, το παραμύθι < τ. αραβ. masal
μάσης μπάσης, βάλεις
μασία, η ωμοσία, όρκος, αρχ. ομνύω
μάσουμ μπάσουμε, βάλουμε
μάσουσταν επίτηδες, (στα ψέματα) < τ. mahsus
μασσαλά εύγε < τ. maşallah, αραβ. mâ-şâ-allâh όπως θέλει ο θεός
μάσω μπάσω, βάλω
ματάκα γαϊδούρα, γάτα, φαρ.
ματεμ αφού, εφόσον < τ. madem
μαύρωσε θύμωσε, αμαυρώνω (σκυθρωπό το πρόσωπο)
μαφτού ο ίδιος < αφ' εαυτού
μαχανάς, ο πρόφαση < τ. mahana δικαιολογία
μαχζένι, το κελάρι < τ. αραβ. mahsen
μαχκεμε δικαστήριο < τ. αραβ. mahkeme
μαχσούλι, το βλαστάρι, μωρό, καρπός < τ. αραβ. mahsul
μαχτσούμι, το βλαστάρι
μεjιdιέ μετζίτι, 1/5 τουρκ. λίρας < τ. mecidiye (20 γρόσια)
μέγκενε, η παγίδα, σφιγκτήρας < τ. mengene < μάγγανον
μεζελεdίς περιπαίζει < τ. mezellet, εξευτελισμός
μεϊdάνι, το πλατεία, αίθριο < τ. meydan
μεϊβάδε φρούτα < τ. περσ. meyve
μεϊντάνι, το πλατεία, ξέφωτο < τ. meydan
μεϊχανέ κρασοπουλειό, καπηλειό < τ. περσ. meyhane
μεϊχόρ μέθυσος < τ. meyhor (mey, οίνος)
μελό μυαλό,
μεμλεκέτι, το πατρίδα, χώρα < τ. memleket
μεντζιλίσι συνέλευση < τ. αραβ. meclis τόπος σύναξης
μέρισαμ εντούτοις, και όμως < τ. meğer, meğerse
μέρσεμ αληθώς, φάνηκε πως < τ. meğer, meğerse
μερτουβάνι σκάλα < τ. περσ. merdiven
μεσελές, ο υπόθεση, πρόβλημα < τ. mesele
μετελίκι μεταλλικό νόμισμα < τ. metelik
μετερίζω μετεωρίζω, σηκώνω
μετζίτι μτζίτι, 20 γρόσια, 1/5 της λίρας < τ. mecidiye
μέτρο δικό μας, ημέτερο
μεφάς, ο χάρισμα < τ. müfit, müfât όφελος
μεχάς μαχαλάς < τ. αραβ. mahalle
Μεχτάρης, κοινοτάρχης < τ. αραβ. muhtar αιρετός Άρχων
μητές στομάχι < τ. mide
μιçίκο μικρούτσικο
μιdέ, ο στομάχι < τ. αραβ. mide
μιράτι, μουράτι πεπρωμένο < τ. murat στόχος
μιτζούκο μικρούτσικος
μιτσίκκο μικρούτσικος
μόbελα εφόδια, οικοσκευή, στρωσίδια
μοαΐνι, εξέταση, ιατρική διάγνωση < τ. αραβ. muayene
μοστουράς παράξενος, φαρ. ιδιόρρυθμος
μότουρ δικό μας, ημέτερο
μού(γ)ωσαν, έκρυψαν, μεσαιων. μουώνω, μουλλώνω κρύβω
Μουdούρης, ο Δήμαρχος, Διευθυντής < τ. αραβ. Müdür
μουαγενές εξέταση, ιατρική διάγνωση, < τ. αραβ. muayene
μουγατζίρι πρόσφυγας < τ. muhacir, μετανάστης
μούγωσεν έκρυψε, φαρ. ρ. μουγώνω
μούλου κρύψε, μούλωσε
μούλωσεν κρύφτηκε
μουμπατελέ Ανταλλαγή < τ. mübadele
μουντός μούντζα. Με ανοιχτή παλάμη
μούντος, ο μούντζα < βυζ. μούντα < μουντός, (άλειφαν στο πρόσωπο
με ανοιχτή παλάμη γεμάτη καπνιά αυτούς που διαπόμπευαν)
μουράdε επιθυμία, σκοπός, πρόθεση, ευτυχία < τ. murat
μουράζα τελικός προορισμός, ευτυχία < τ. murat
μουρμούç μυρμήγκι
μουρμούjια μυρμήγκια
μουσαdέ προθεσμία, διορία < τ. müade, άδεια
μουτασαρρıφλίκι διοίκηση < τ. mutasarrıflık έδρα σαντζακίου, επαρχείο
μουχαμπέτι, το διασκέδαση < τ. αραβ. muhabbet αγάπη
μουχαρεπές, ο πόλεμος < τ. αραβ. muharebe,
μούχσεν έχωσε, φαρασ. ρ. μουχτώ, σπρόχνω
Μουχτάρης Πρόεδρος < τ. αραβ. muhtar
μουχτάω ωθώ, σπρώχνω, χώνω
μουώνω κρύβω, κρύβομαι
μπαίγκαν έμπαιναν
μπαλζαμάς, ο ξεροτήγανο < τ. bazlama
μπάς κεφαλή, αρχή < τ. baş, başιm κεφαλή μου,
μπεϊgίρι, το φοράδα, άλογο < τ. περσ. beygir
μπέλι, το αμπέλι
μπέν εγώ < τ. ben
μπενάς σημάδι, μελανιά < τ. benek, κηλίδα
μπενί εμένα < τ. beni, ben, εγώ
μπεντένι κάστρο < τ. beden, προπύργιο
μπίλενε διακριτά, αναγνωρίζω, διακρίνω < τ. bilmek, γνωρίζω
μπιρ dεφά μια φορά < τ. bir defa
μποϊλού ανάστημα με < τ. boy-lu
μπόρκεν μπόρεσε, μπορώ
μπουγιουρτάω διατάζω < τ. buyurmak
μπούτζι λίγο, μια στάλα, μπουκιά
μπρο προηγούμενος, παλιός
μπρουχώνω παραχώνω, θάβω
μπυρ άναψε, μπυρίζω, εμπυρίζω ανάβω
μπυρίστα κάηκα, κόρωσα (από έρωτα), μπυρίζομαι
μπύρτσε άναψε, πύρωσε
μυράνε μυρίζουν, μυρά(γ)ω μυρίζω, βρωμάω
μυριολογίσκι λέει μύρια, μυριολογάει, ρ. μυριολογώ
Ν
ν'ης γίνεις
νdα είναι
νüα νέα
νüες νέες, ωραίες
νüνgιά βαρίδι ζυγαριάς
να ένα
να εννώ θα γίνω
νά’ρτεις, νά’ρτ’ να έρθεις
νάç να, πώς, γιατί
νάçι γιατί
νάghελα μαντρί
ναίκα γυναίκα
ναμούσι υπόληψη < τ. namus, < ελλ. νόμος λεξικό I Z E σ. 491
ναμουσλού έντιμος ηθικός < τ. namus-lu
ναμουσλούκι ντροπή < τ. namusluk, εντιμότης
ναμουσλούς αξιοπρεπής < τ. αραβ. namuslu, namus < ελλ. νόμο
νανόστε διαλογίστηκε, σκέφτηκε, αρχ. ανανοούμαι < διανοούμαι
νανόστην σκέφτηκε, < ρ. νανούμαι, διαλογίζομαι
νανούμαι σκέφτομαι βλ. νανόστε
ναπάει αναπαύθηκε, ηρέμησε
νάσι οργώσει (λαμναίνω) οργώνω,
νάσουν οργώσουν, ρ. νάζω
νάσω οργώσω, βλ. νάσι
νάφτει ανάβει
νάχαλα γιατί
Ναχιές περιοχή Δήμου, επαρχία < τ. nahiye
νε είναι
νε ούτε, τι, ό,τι < τ. ne
νεβολίστη έκαμε εμετό, ξέρασε, ρ. αναβολίζομαι
νέγκοσμα περιοδεία, κυνήγι, βλ. νεγκώθω
νεγκώνω τριγυρίζω
νεγκώσουμε να τριγυρίσουμε ρ. νεγκώθω περιφέρομαι
νεκρούμαι αφουγκράζομαι, ανά + ακροώμαι, ακούω,
νεκρούτουν άκουγε, ακούω με προσοχή
νέρελη από πού (καταγωγή) < τ. nere-li
νίγιτι γίνεται
νιμά ώ νιμα, μητέρα
νίσκεται γίνεται
νιστία εστία, τζάκι αναμμένο (άλλο νηστεία, νη εσθίω, δεν τρώγω)
νίψ νίψεις
νόμαζ δώσε μας
νομάτης, ο άτομο, άνθρωπος < ονομάτης
νοξάνι ελαττωματικό
ντoσετίζω στρώνω < τ. döşemek
ντάγι τσουβάλι, σάκος
ντάιμα πάντα < τ. daima
νταμλάς σταγόνα < τ. damla
νταραζούνταν ανακατεύονταν, ‘νταράζω αναταράζω
ντάρτι, ντέρτι, θλίψη, σκοτούρα < τ. dert
ντεληκαννούς παλικάρι < τ. deli-kanlı, τρελοαίματος
ντεμέκ δηλαδή, να πούμε < τ. demek λέγω
ντενίζ θάλασσα < τ. deniz
ντερβίσης, ο Δερβίσης < τ. περσ. dervis, πλανόδιος μοναχός
ντερέ, dερέ ρεματιά, ρυάκι < τ. dere
ντιέρι, ιταίρι, βρακί
ντικένι αγκάθι < τ. diken
ντιλμπέρσα, η γόησσα < τ. περσ. dil-ber, καλλονή, σαγηνεύτρα
Ντίπασκα Αντίπασχα (Κυριακή του Θωμά)
Ντονμέ αλλαξόπιστος < τ. dönme γυριστός
ντόστης, ο φίλος < τ. περσ. Dost
ντουλ γαρή χήρα γυναίκα < τ. tul karı, tul χήρα.
ντουλγκέρ, ο ξυλουργός < τ. περσ. dülger
ντουνιάς κόσμος < τ. αραβ. dünya κοινωνία,
ντουρ περίμενε, στάσου < τ. dur προστακτ. του durmak
ντουσμάνος εχθρός < τ. περσ. düşman κακότροπος
ντουσουντίζω διαλογίζομαι, σκέφτομαι < τ. düşünmek
ντουσουντίσκινι σκεφτόταν < τ. düşünmek
νώρτσεν ρώτησε
Ξ
ξανάστρουφα ανάποδα, εξ αναστροφής
ξεβαίνν'ει έξω βγαίνει
ξέβαν βγήκαν
ξεβάνν'εις βγάζεις έξω
ξέβεν βγήκε
ξεβινόσκι έβγαινε έξω
ξειά πέφτει, βλ. ξείλσαν
ξείλσαμε πέσαμε, ρ. ξειλάω, πέφτω
ξείλσαν έπεσαν, ξειάω, πέφτω, ξείλσε, (ε)ξείλσε, έπεσε
ξένιτι ξενιτιά
ξέφκα ξέφυγα
ξινάρι σκαπάνη, κασμάς < αξινάριον < αξίνη
ξύ’ο, το ξύλο
ξυγανίζω ξεφλουδίζω (ρόκες καλαμποκιού)
ξυναγωγή υπόνομος
Ο
όcι ότι
οdά δωμάτιο < τ. oda
όdιgι, όdινgι όταν
οjάqe τζάκι, σωρός ξύλα για άναμμα < τ. oçak, εστία
οβάχ καβάκι, λεύκα
ογλάν παιδί < τ. oğlan αγόρι
οϊλέ ισέ αν είναι έτσι, επομένως < τ. öyle ise
οϊναμά χορός, παιχνίδι < τ. oyun, oynama
ολάτσεν πήδηξε, ρ. ολλατίζω < τ. ollamak, πηδώ
όν όπου
όνdε(ν) όταν
ονικιλέροι οι δώδεκα (σύμβουλοι) < τ. onikiler, oniki (δώδεκα)
ονούν ιτσίν ένεκα τούτου, διά τούτο < τ. onun için
οράνι, το ερείπιο, χάλασμα < τ. ören
όργο έργο
ορεί μπορεί
ορμάνι, το δάσος, ρουμάνι < τ. orman
ορμανιού δάσους, γεν. του ορμάνι
ορνία όρνεα, όρνιθες, κοτόπουλα
ορνίθι όρνιθα, κότα
ορταλέχ μέση, μεσαίος χώρος < τ. ortalιk πιάτσα
ορτό, το ορθό, σωστό
ότλαα όταν
ότσον του όσο του
ου(γ)ά πολλά
ούçα έτσι
ουçούρdουζεν πετάρισε, πεταρίζω < τ. uçurmak
ουγιουγιόρ κοιμάται < τ. uyumak
ούμμα ναι
ούσαν. πέταξαν < τ. uçurmak
ουσάνσανε βαρέθηκαν < τ. usanmak
ουστουνέ επιπλέον, πάνω του < τ. üstüne
ουτιέσε συγκατατέθηκε
οφίρ όφις, φίδι, οφίρκι, φιδάκι
οψουcικανάς αμέσως
Π
π’ ε από ένα
π’α τί
πα πάλι, τι, πώς
παghέρσεν ξεφώνισε < τ. bağιrmak
παγάνι, το ρέμα, χαράδρα
πάγασην πήγε, μετέφερε
παγήρσινι ξεφώνισε < τ. bağιrmak
παγηρτά ξεφωνίζει < τ. bağırmak
παγηρτάω κραυγάζω, τσιρίζω
παγριά παγούρια, υδροδοχεία
παζλαμάς, ο ξεροτήγανο < τ. bazlama
παθέγομε παθαίνω, υποφέρουμε
παϊαίγκαν πήγαιναν, παϊαίνω, παγαίνω
παιγί, παιί παιδί
παίζω παίζω, χορεύω
παΐλσην λιποθύμησε, < τ. bayılmak, λιποθυμώ
παίνισκεν πήγαινε
παίννει πηγαίνει
παΐντζεν λιποθύμησε < τ. bayılmak
παίξιμο παιχνίδι, χορός, από τουρκικά oyun
παίρ παίρνω
Παϊράμι, το Πάσχα < τ. Bayram μεγάλη γιορτή
παιρί. παιδί
παΐρια πλαγιές < τ. bayır, ανηφόρα, βουνοπλαγιά
παιριά παιδιά
πάιχ πάει (στον αγύριστο)
πάλα πολλά
παλάζι νεοσσός < τ. palaz
παλί λοιπόν
παλόνα μπαλόνια, χαρταετοί < γαλλ. ballon
παλτά τσεκούρι < τ. balta
παν κάθε
παναϋρι, το πανήγυρη
πάνκε πήγαινε, του ρ. πηγαίνω
πάνου επάνω
παντέχω προσδοκώ, ελπίζω < πάντα έχω
παντσά χούφτα, πέλμα ζώου < τ. pençe
παρçάιγια κομμάτια, ρετάλια < τ. parça
παράγε παράδες < τ. περσ. para
παραδίδομαι παντρεύομαι
παράδομα, το παντρειά (παραδίδει ο πατέρας την κόρη στο γαμπρό)
παραδομένο παντρεμένη, “παραδίδει”, ο πατέρας την κόρη στο γαμπρό
παράιγια παράδες < τ. περσ. para, 1/40 μέρος τουρκ. νομίσματος)
παραμύρα μύρισε προσεκτικά, ρ. παραμυρίζω
παραπάς μεταφέρεις, παρά πας
παρέα παράδες, βλ. παράιγια
παρεδόθη παραδόθηκε σε άντρα, παντρεύτηκε
παρέμι κοντά μας < παρ' ημίν
παρέμις σ' εμάς, παρ' ημάς
παρκαμίνα, η παρά-κάμινος, καπνοδόχος, τζάκι
παρλατίζει λαμπυρίζει < τ. parlamak
παρτσαλατίζει κατασπαράζει, ρ. παρτσαλατίζω < τ. parçalanmak
πας ουστού πατόκορφα < τ. baş üstü, (κεφαλή πάνω)
πασαρέψεις καταφέρεις, ρ. πασαρεύω < τ. başarmak
πασκά άλλο < τ. başka
Πάσκας, ο Πάσχα
πασλατίσκην άρχιζε < τ. başlamak
πασλάτσαν άρχισαν < τ. başlamak αρχίζω, ξεκινώ
πασλάτσε άρχισε, βλ. πασλατίσκην
πάτα κιούτα πάνω χέρι - κάτω χέρι < τ. patak «ξύλο/δαρμός»
πατζάχα μηροί, μπούτια < τ. περσ. bacak, πόδι
πατιρτί θόρυβος < τ. patırtı
πατισαχλêghê Βασίλειο, Σουλτανάτο < τ. padişahlιk,
Πατισάχους Βασιλιάς < τ. περσ. Padişah
παττανία σεντόνι, κουβέρτα
παχούμι, το μπακίρι, χαλκός, χάλκινα κοσμήματα
πεγαινν'ινόνjισκι πήγαινε
πεγάσεν (τον) πήγε
πέγος, ο άρχοντας, μπέης < τ. Bey
πεζεβέγκης νταβατζής, μαστροπός < τ. περσ. pezevenk
πεζμάν'ης μετανιωμένος, πισμάνι < τ. περσ. pişman
πει πιει, ρ. πίνω
Πεϊγαμπερ Ο Προφήτης Μωάμεθ < τ. περσ. Peygamber
πεΐρ άλογο, φοράδα < τ. beygir
πεκ έι πολύ καλά < τ. pek iyi
πεκλετίζω περιμένω < τ. beklemek
πεκλετίσκαν περίμεναν < τ. bekleşmek
πέλκι ίσως, πιθανόν < τ. belki
πελόνι πιρούνι
πενdάρ πεντάρα (νόμισμα)
πενjερέ παράθυρο < τ. περσ. pencere
πενεντάβου αναμεταξύ τους, από ένα στον άλλο
πέντζερα παράθυρο < τ. περσ. pencere
πεπέκι μωρό στην κούνια < τ. bebek
περεντζέ παράθυρο < τ. περσ. pencere
περισάν ταλαίπωρος, αξιολύπητος < τ. περσ. perişan
περισάνους πανάθλιος < τ. περσ. perişan
πεσάν'ης πεθάνεις
πεσικι κούνια μωρού < τ. beşik
πεσκίρ. προσόψιο, πετσέτα < τ. περσ. peşkir
πέσου μέσα, από έσω
πεστιμάλι ποδιά μαστόρου, πετσέτα χαμάμ < τ. peştamal
πεσώσετε προλάβετε, φαρ. πεσώνω αποσώνω, αποτελειώνω
πετάσουμ πετάξουμε
πέττα πήδα, ρ. πεττάω
πέττασην πήδηξε, ρ. πεττάω, πηδώ
πέττεμα, το πήδημα < πεττάω ίπταμαι, πετώ, πηδώ
πέφνει πέφτει
πεχλιβάνης, ο παλαιστής < τ. περσ. pehlivan
πην πήγε
πηρπήαν πήραν πήγαν
πηρπήγην πήρε πήγε
πήταξην έστειλε, ρ. πητάζω
πητάξω στέλνω, ρ. πητάζω
πιάγα πήγα
πιδέβη πέθανε, ρ. επιδεβαίνω, περνώ στον άλλο κόσμο
πιέχα μουστάκια < τ. bιyιk
πιλιάρ κριθάρι
πιρ κατς καναδυό, μερικά < τ. bir kaç
πίρ μη, πίρμι προτού
πιρίντζι ρίζι < τ. pirinç
πιρούκσαν συμφώνησαν, πλήθυναν < τ. birikmek
πιρτέν πιρέ με μιας, ξαφνικά, ένα κι ένα < τ. birden bire
πίση, πίσι βρώμικο < τ. pis, για τα τρία γένη
πισίκα γάτα
πιστικός πιστός, υπηρέτης
πιτάζω στέλνω, επιτάζω < πιτάζω
πίτακ στείλε βλ. πίταξεν
πίταξεν έστειλε ρ. πιτάζω
πιτιέσε τελείωσε < τ. bitmek
πιτιέσην τελείωσε < τ. bitmek
πιτίχι, το γυναικεία απόκρυφα
πιτούνι όλοι < τ. bütün
πιτσόκκο μπασταρδάκι, πιτς, νόθος < τ. περσ. piç
πλεμνίσκει πλέον μένει
πλερός πηγάδι με νερό
πλερούται τελειώνει, πληρούται
πλερώνει συμπληρώνει
πλέρωσαν τελείωσαν, βλ. πλερούται
πλουγορόνα πιλάφι με πλιγούρι < τ. bulgur
πλυναίγκαν έπλεναν, πλυναίνω πλένω, πλύνω
πνώσετε κοιμηθείτε, υπνώνω κοιμούμαι
ποçίς ποτίσει
πογοdίς πνίγει < τ. boğmak
ποδαρέ ίχνος ποδιού Αγίου, νερομάνα αγιάσματος, φλέβα νερού
ποζτιέω χαλώ < τ. bozmak = διαλύω
ποικ κάμε (προστακτική αορίστου του ποιώ)
ποίκαν έκαναν, ποίησαν, βλ. ποίκουμε
ποίκουμε κάνουμε (αόριστος του ποιώ), ποίκα = έκαμα
ποίση ποιήσει, κάνει,
ποίτζε ποίησε, κάμε, ποίκα = έκαμα
ποίτζετε κάμετε, ποιήσετε
πομεινά άλλοι, εναπομείναντα, επόμενοι
πομένω απομένω, παραμένω
πομν'ή έμεινε, απόμεινε βλ. πομένω
πόρκανε, μπόρεσαν, μποραίνω, μπορώ
πόρκιν, μπόρεσε, μποραίνω
ποσάλτσεν απόλυσε, ρ. ποσαλτίζω < τ. boşalmak
πόστι, πόστ προβιά, δέρμα μαζί με το μαλλί < τ. περσ. post, πόσθη
πότι πότε
ποτινgιαν όποτε κ' αν
ποτούτζι κύπελλο
πότς; πο; τί; τι;
που γερέ σε τέτοια θέση, εν προκειμένω, < τ. bu yere
που(γ)ά πολλά
πουκάνσιν του άρεσε (ερωτικά), ρ. πουκαντίζω < τ. beğenmek
πουκάτου από κάτω
πουλ λέπι ψαριού < λατιν. pul,
πουλλόκα πουλάκια, κλωσόπουλα. Τα δύο λ προφέρονται
πουλόκκα πούλια, < τ. περσ. pul λέπι, ένσημο, γραμματόσημο
πουλπούλι αηδόνι < τ. περσ. bülbül
πουόκκο πουλάκι
πουρτσούχος, ασβός < τ. porsuk
πουσάκας μεγαλύτερος αδελφός, φαρ.
πουσκούλι, το φούντα, κρόσσι < τ. püskül
πουσμάνι μετανιωμένος < τ. pişman olmak
πουστιέγω λουφάζω, κρύβομαι < τ. pusmak σιγώ
πούταν όπου, πού όταν
πράγια ποδάρια
πρακανάς, ο σκαθάρι, γυρίνος
πράχ πόδι
προμπήσει πρώτο μπει, πρώτο έρθει, ρ. προ μπαίνω
προστζίνσε προσκύνησε, έγειρε για ύπνο
προστζυνάω προσκυνώ, νυστάζω
προστσέφα προσκεφάλι, φαρ. μαξιλάρι
προχού πριν
πτέρ φτερό
πύρσε πύρωσε, άναψε, πυρώνω
πω (να) πιώ
Ρ
ρ(ο)ύσκεν όργωνε, παρατατικός του ορύσσω
ραγάζια φυτά σαν καλάμια σε όχθες λιμνών, ποταμών
ράδα, η αράδα, σειρά,
ραδίεσμα, το αράδιασμα (η αρχή του χορού)
ρανά βλέπει, βλ. ράνσιν
ράνσιν παρατήρησε (οράω)
ράσα ευνοϊκά < τ. ras, ευθύς, ορθός
ραστ κελέν περαστικός τυχών < τ. rast gelen
ραστα, η συναπάντημα, τυχαίο < τ. rast
ραχάçιν βίος ήρεμος < τ. rahat, ησυχία
ραχατdουρdούν ηρεμούν < τ. rahat durmak, αναπαύομαι
ραχάτι ανάπαυση < τ. αραβ. rahat
ραχατλανdά. ησυχάζει < τ. αραβ. rahatlanmak, βλ. ραχάτι
ρε, ρεμ, ρεν δεν
ρέι πλάτη, ώμος
ρείξη δείξει
ρείχν'ει δείχνει
ριή να δει
ριούμ (να) δούμε
ρίφι, το ερίφιο, κατσικάκι
ριώ να δω
ρκούδι, το αρκούδι, αρκούδα
ρνίθι, το όρνιθα, κότα
ρουκάνσε τρόμαξε
ρούπ ρούπι, το 1/8 του πήχεως = 0,0825m
ρουσί, το βουνό < ρουχί < ρουχίον
ρουσία βουνά, βλ. ρουσί, το
ρόφ ρόβι (κτηνοτροφή)
ρύκη σκάβει, ορύσσει
ρύξνι άνοιξαν όρυγμα
ρυό δυο
ρω εδώ
ρω ρωτά
ρώης δώσεις
ρώκασι έδωσαν < δώσασι!
Ρωμός, ο Ρωμιός,
ρωνν'ει δίνει
ρώρεκα δώδεκα
ρώσου δώσω
Σ
σ'ην εις την
σöbüü επόμενη
σöbüγιü επομένη ημέρα
σαbαχdάν από πρωίας < τ. αραβ. sabahtan βλ. σαbαχάτια
σαbαχάτια πρωινές ώρες, < τ. αραβ. sabah
σαbάχι πρωί < τ. αραβ. sabah βλ. σαφάχι
σάdε καθαρό, απλός, γυμνός < τ. περσ. sade
σαqάλια γένια < τ. sakal
σαάβης ιδιοκτήτης < τ. sahιp, κάτοχος
σαάτ ώρα < τ. αραβ. saat
σαβρινή αυριανή
σαγιάς, ο ύφασμα < τ. şayak, σαγιάκι,
σαγιάς, ο προστασία, φήμη < τ. αραβ. şayıa
σαγλάμι γερός < τ. sağlam υγιής
σαγλίχι υγεία < τ. sağlık
σάγνισκεν έσφαζε
σαγρί καπούλια αλόγου < τ. sağrı
σαΐκα αληθώς, πραγματικά < τ. sahi, αραβ. sahî,
σακαλλούς πωγωνάτος, γενιοφόρος < τ. sakallι, βλ. σαqάλια
σακούται τσακίζεται, σπάζει
σακών σπάζω
σαλdά στέλνει < τ. salmak στέλνω, εξαπολύω
σάλdαναν, αμόλησαν βλ. σαλdά
σαλά ασφαλίζει
σάλισιν ασφάλισε
σαλλαdεί σαλλατίζω, κουνάω < τ. sallamak
σαλλανίρ λικνίζεται, < τ. sallanmak λικνίζομαι
σάλσα έστειλα, άφησα, βλ. σαλdά
σάλσε έστειλε, τ. salmak εξαπολύω, ελευθερώνω πουλιά
σάλτα αμόλα, σαλτάρω
σαμανικό καρπούζι, χειμωνικό
σαματά θόρυβος < τ. şamata
Σάμι Δαμασκός <Şam
σαμού όταν, φαρ.
σανdêκ. σεντούκι, κάσα ξύλινη < τ. sandιk, αραβ. sundûk,
σανdούχ σεντούκι, κάσα, βλ. σανdêκ.
σανά σε σένα < τ. sana
σανίσκαναν έκαμναν
σάνιτι σιάχνεται, καλλωπίζεται
σάνου σιάζω, κάνω
σαντακάς βοήθημα
Σαντζάκι Διοικητική περιφέρεια, Επαρχία Νομού < τ. sancak
σαντιέζουτα νομίζω < τ. sanmak
σάξε σφάξε
σαπκάδες καπέλα < τ. πολωνέζικα, şapka
σαπούρι, το υπομονή, κουράγιο < τ. αραβ. sabιr
σασçισασι. σάστισαν, (με αρχαιοπρεπή κατάληξη!) < τ. şaşmak.
σασqέν χαζός, έκπληκτος, “φευγάτος” < τ. şaşkιn
σάσι, το φωνή, λαλιά, ήχος < τ. ses
σασλατίζω απορώ, τρομάζω, ταρακουνώ < τ. şaşılmak
σαστά τα χάνει, απορεί < τ. şaşmak
σαστέσην ξαφνιάστηκε < τ. şasırtmak, αιφνιδιάζω,
σαστίασανι ξαφνιάστηκαν < τ. şaşmak
σαστιέσε απόρησε, τα έχασε, < τ. şaşmak
σατσμάς, ο διασπορά, μεταφ. σκάγια κυνηγίου < τ. saçma
σαφάχι λίαν πρωία, λυκαυγές < τ. αραβ. şafak
Σαχ-μούρης τοπωνύμιο Φαράσων βουνό, όπου ξωκλήσι της Παναγιάς
Σαχζαdές Υψηλότατος < περσ. Şah zade (παιδί του Σάχη)
σαχίνσεν σκιάχτηκε
σάχσι αντικαταστάτης, προσωπικός < τ. şahsi
σε θα
σε κάτι < τ. şey, βλ. σέα
σέα, σέγια πράγματα < τ. şey
σεβινdά χαίρεται < τ. sevinmek, αγαπώ
σεβινζημένους χαρούμενος, αγαπησιάρης, βλ. σεβινdά
σεβνταλής ερωμένος < τ. sevdalı, αγαπησιάρης
σεβταλαντίσου ερωτευτώ < τ. sevdalanmak, ερωτεύομαι
σεβτάς έρως, αγάπη < τ. sevda
Σεγός Θεός
σεήτατε σύρετε, πηγαίνετε, φαρ.
σέιγια πράγματα < τ. şey, πράγμα
σειμός, ο χειμώνας
σεΐρι περιοδεία, πορεία, περίπατος < τ. αραβ. seyr
σεκάρε ζαχαρωτά < τ. περσ. şeker ζάχαρη
σέκν’ει θέτει, τοποθετεί
σέλ'ης θέλεις
σελάμι, το χαιρετισμός < εβραϊκά selem, αραβ. selâm aleyküm: ειρήνη
υμίν, και απάντηση: ve aleyküm es selâm
Σελανίκη Θεσσαλονίκη
σελέgια πράγματα, βλ. σέα
σέλι πλημμύρα, χείμαρρος < τ. sel
σεμά θρησκευτικός χορός των Δερβισών < τ. semâ
σεμαδεμένη σημαδεμένη, μετφ. αρραβωνιασμένη
σεμαδέψουμε αρραβωνιάσουμε
σέμαν μπήκαν
σέμασεν dο το έβαλε
σέμη μπήκε, συν έμβη
σένdα κούπα, ανάποδο γύρισμα
σενει αποπατεί, ρ. σένω, χέζω
σεπέτι κάνιστρο < τ. περσ. sepet καλάθι ψάθινο
σεράι παλάτι < τ. περσ. saray, seray, ανάκτορο
σεραχάτι, το σαφήνεια, πραγματικότητα < τ. serahat
σέρι, το χέρι
σερίkh ρίχνει
σερμπέσα ελεύθερα, αμέριμνα < τ. serbest
σερχόσης μεθυσμένος < τ. sarhoş
σέτρο υμέτερο, δικό σας
σεφερμπερλικ επιστράτευση < τ. seferberlik, αραβ. sefer, αποδημία
σεφέρι, εκστρατεία < τ. αραβ. sefer
σεφίλι άθλιος < τ. sefil, sefil-lik αθλιότητα
σεφιλλίκι. αθλιότητα < τ. sefillik, δυστυχία
σεχέρι, σεχίρι πόλη < τ. περσ. şehir
σηνιάφρα σε μια φορά
σήρο χήρα
σήρο ‘ναίκα χήρα γυναίκα
σιçεράτσε πήδηξε, σάλταρε < τ. sιçramak
σίδι ιτέα, κ. ιτιά
σικτίρ ολάσινις (να) πηδηχτείτε < τ. siktir ola παθ., siktir etmek ενεργ.
σιλάρικο, χιλιάρικο
σιν'ίσκουνdι γίνονται, ωριμάζουν
σινιρλάνσην νευρίασε < τ. sinirlenmek < ελλ. σύνορο, sinir, νεύρο,
σινις είσαστε, κατάληξη -sin είσαι
σινσιλέ το σόι, γενεά < τ. şinşile, γένος τρωκτικών
σιρμά τελ χρυσή κλωστή που κεντούσαν τα φορέματα < τ. sırma
σισέ φιάλη, μπουκάλι < τ. περσ. şişe
σιτζίμι σπάγκος < τ. μογκ. sicim
σιτζιράτσεν πετάχτηκε, αναπήδησε < τ. sıçramak
σιτίλι μικρός κουβάς με χερούλι
σιτσάριμ χέζω < τ. sιçmak.
σκάμα σήκω άμε, πήγαινε
σκιάρης σκιά, σκιάδι, βλ. στσάιδι, η
σκούντε σκούζουνε, βλ. σκούσαντε
σκούσαντε σκούζανε, ούρλιαζαν, σκούζω
σκρόφα, η νεογέννητη γουρούνα < λατ. scrofa, μεταφ. βρομοθήλικο
σο στο
σογάνσεν συμφώνησε, πλησίασε
σόγνα, σογρα ύστερα < τ. sonra
σοινίκ μετρητής ξηρών καρπών, μόδι < τ. şinik < χοίνιξ (1,2 κιλά)
σοιρίδι, το γουρούνι, χοιρίδιο, γουρουνόπουλο,
σοκακτζής αγυιόπαιδο, αλήτης < τ. αραβ. sokakcι, sokak, στενωπός
σολούχι, το πνοή, αναπνοή < τ. soluk
σόνgρα ύστερα < τ. sonra
σόναdαν εκ των υστέρων < τ. sonradan, βλ. σόνgρα
σοπχεζούζης ανυποψίαστος,
σορά σορά ρωτώντας, ρωτώντας < τ. sora sora, ρ. sormak, ρωτώ
σότιρ δικό σου, σέτερο
σοτρά κυλάει το νερό
σότρα νεροσυρμή, ρυάκι, βλ. σοτρά
σουλάνσην βράχηκε < τ. sulanmak
σουπελένjης υποψιάζεται < τ. şüphelenmek, şüphe, υποψία
σουπελένjησι, υποψιάστηκε, βλ. σουπελένjης
σουράτ(ι) πρόσωπο < τ. αραβ. surat
σουρού κοπάδι, σωρός, βλ. σωρόφ
σοφράς, ο χαμηλό τραπέζι < τ. αραβ. sofra
σοχάχι, το σοκάκι, δρομάκι < τ. αραβ. sokak
σπήλος σπηλιά
σπίçι, σπίçιν σπίτι
στ’η (στη) γη
στανιέρη ασθενής < αστενιάρης, στανιέρης
σταφυλάτοι αμπελουργοί, κουβαλούσαν σταφύλια
Σταφυλού Πάσκας του σταφυλιού το Πάσχα, της Παναγίας, το 15Αύγουστο
σταχτητjής πουλάει ή καθαρίζει τις στάχτες, καθαρίζει καπνοδόχους
στέγνουν στέκονται
στήκνει στέκεται
στιέρι αργαλειός όρθιος, φαρ.
Στράτεχος Στρατάρχης, Στρατηγός (Αρχάγγελος)
στριγκάγκαν καλούσαν, ρ. στριγκάω προσκαλώ
στρίγκσαν κάλεσαν, φαρ. ρ. στριγκάω
στσάιδι, η σκιά, σκιάδι
στσυλλία σκυλιά
συμήστα θυμηθείτε
συνεμπάσκαν προξένευαν, ρ. συνεμβάζω, συμβιβάζω
συνέμπασμα συμφωνία
σύρα θύρα, πόρτα
συραίνω σημαδεύω και “ρίχνω” (με όπλο, με σαΐτα, με τόξο)
σύρες θύρες, πόρτες
σύρσαν έσυραν, τουφέκισαν
σώνα χελώνα, φαρ.
σωρεί θωρεί, βλέπει
σωρεύτην μαζεύτηκε, σωρεύω (σωρός)
σωρεύω μαζεύω, σωρός
σωρόβγουσι σωρεύουν, μαζεύουν,
σωρούσι θωρούν, βλέπουν
σωρόφ μαζεύει
Τ
τ’άβο το άλλο
τüκιάνε μαγαζί, κατάστημα < τ. περσ. dükân, αραβ. dükkân
ταbούρι τάγμα στρατού < τ. tabur βλ. ταπούρι
ταdά πατέρας
τάqαλ τσάγαλα, δημητριακά (κριθάρι, σίκαλη)
ταqτιρdέ στο πεπρωμένο < τ. αραβ. takdir, μοίρα
ταβατούρι θόρυβος, σύγχυση < τ. tevatür
ταβέτι πρόσκληση < τ. αραβ. davet
τάβρησαν τράβηξαν
τάβρισε τράβηξε
ταγαρτζόκκο ταγάρι, πλεκτός ή δερμάτινος σάκος < τ. περσ. dağarcιk
ταγαρτζόχι ταγάρι μικρό, βλ. ταγαρτζόκκο
ταγνέ ταΐστρα, το χωνί του μύλου
ταζά καινούργια < τ. περσ. taze, νέο
ταζί λαγονικό, δρομέας, κυνηγόσκυλο < τ. περσ. tazı
ταζό, νέος, βλ. ταζά
τάημισα τα μισά, φαρ. μερικά
τάθε πατούσες, πέλματα
τάι πουλάρι, μικρό αλόγου < τ. tay
ταΐ, η τροφή για οικόσιτα ζώα, ταγή < τ. αραβ. tayın
τάιμα, dάιμα πάντα, πάντοτε < τ. daima
τακήμ κουστούμι < τ. takım
τακιμ ελμπισέ κουστούμι στην τρίχα < τ. takım elbise
ταλάλ τελάλης, δημόσιος κήρυκας < τ. tellal
ταμάμ πλήρης, εντάξει < τ. αραβ. tama tamam
ταμλάς στάλα, σταγόνα < τ. damla
τανeγίση παρατηρήσει <τ. tanιmak
ταναμαζούκα γρίγορα, ενωρίς την αυγή
τανεγίση παρατηρήσει, βλ. τανeγίση
τάνι ξινόγαλα, αριάνι < τ. ayran
τανίζω τεντώνω, τανύομαι
τανισευτούμε συμβουλευτούμε < τ. tanışmak < περσ. tanımak
τανίστεν γνώρισε < τ. tanımak
τάνσην άρπαξε, ρ. ταντίζω αρπάζω
ταντίσουν αρπάξουν, ταντίζω,
ταπαντζάς, ο πιστόλα < τ. tapanca
ταπαχάς (ο) ταμπακιέρα < ισπανικά tabaka
ταπούρι τάγμα στρατού < τ. tabur
ταράφ πλευρά < τ. αραβ. taraf
ταραφιμντάν από μέρους μου < τ. tarafimdan, βλ. ταράφ
ταρνά γρήγορα
ταρός καιρός
τασαλούς στενοχωρημένος < τ. tasalι, περσ. tasalanmak
τάσι, το πιάτο < τ. περσ. tas
τατάς πατέρας
ταφσίρι φωτογραφία < τ. αραβ. tafsır
ταχταλού σανιδένιο πάτωμα, εξώστης < τ. tahtalı, σανιδωτός
τάχτι θρόνος, σανίδι < τ. περσ. tahta
τε μόριο επιτατικό, τε μπρο πιο πρώτα,
τεβένι ταβάνι, οροφή < τ. tavan
τέγκι ισορροπία (φόρτωμα σε υποζύγιο) < τ. κινεζικά deng
τεγχέρι επαρχία < τ. taşra
τεζέ καινούργιο < τ. περσ. taze
τεΐ ομιλία < τ. deyi, ρ. demek
τειρίθεται ξεψειρίζεται, φθειρίζεται
τεϊρμεντζής, μυλωνάς, değirmenci
τέκα δέκα
τεκέ ντεκές < τ. περσ. tekke, δερβίσικο μοναστήρι, χαμαιτυπείο.
τεκελεμές παροιμία, ανέκδοτο < τ. tekellüm, λόγος
τεκέρι δίσκος, τροχός < τ. teker,
τεκκέδες, οι λεπτά της ώρας < τ. takika
τεκλίφι, πρόταση για κατόρθωμα < teklif
τεκμελεγέρεκ γρονθοκοπώντας < τ. tekmelemek
τελέφι, το δοκιμασία, τελευτή, θάνατος < τ. telef
τέλι σύρμα, τουρκ. αρμεν. tel
τελλάλης ο διαλαλητής, δημόσιος κήρυκας, μεσίτης < τ. tellal
τελλέττσεν τελείωσε
τεμάμι ακριβώς < τ. αραβ. tamam = πλήρης, ίσος
τεμέκ δηλαδή, να πούμε < τ. demek
τεμενάχ χαιρετισμός με υπόκλιση < τ. temenna, temennah
τεμίσης, ο καύσωνας, κάψα του καλοκαιριού < τ. temuz
τεμίσι, ζέστη, κάψα καλοκαιριού
τένα(ν) σε έναν
τένσαν ακούμπησαν, στήριξαν, ρ. τεντάω < τ. dayanmak
τεπεκόζης Κύκλωπας < τ. tepe-göz στο μέτωπο μάτι
τεπτιλdέ στη δικαιοσύνη < τ. tebtil ανατροφή στο δίκαιο
τερ τροχός (μυλόπετρα) < τ. teker
τερέ, ντερέ ρέμα, ρυάκι < τ. περσ. dere
τερζής ράφτης < τ. περσ. terzi
τέρι φτερό
τέρκεν λέγοντας < τ. demek
τερκί δισάκι
τερμάνι λύση, δύναμη < τ. περσ. derman
τερπιελής, ο ευάγωγος, κόσμιος < τ. αραβ. terbiye-li, terbiye, ανατροφή
τερτίπι, το συνήθεια, τρόπος < τ. tertip
τεστέρου πιο ύστερα
τέστι λεκάνη για νερό, νεροκανάτα < τ. test
τετικοντού κουτσομπολιό < τ. dedikodu
τεφνέ δάφνη < τ. tefne (αντιδάνειο από ελληνικά)
τζα εκεί
τζάβου ακόμη (τζαι άβου, και άλλο)
τζαι και (τσιτακισμός)
τζακώνω τσακίζω, χαλάω
τζαλούς τσαλί, θάμνος < τ. çalı
τζάλσεν τράβηξε, χτύπησε < τ. çalmak παίζω μουσικό όργανο
τζαν σιχισί ψυχοπλάκωμα < τ. can sıkısı, σφίξιμο ψυχής
τζαν σιχισί, στενοχώρια < τ. περσ. can sιkιsι «σφίξιμο ψυχής»
τζαναβαρε αγρίμια του βουνού < τ. canavar, περσ. cânâvar
τζανεβούσανται παιδιαρίζανε, τζανό, μωρό,
τζανήμ ψυχή μου < τ. canιm, περσ. can, ψυχή
τζανούς με ψυχή, ζωντανός, βλ. τζανήμ
τζανταρμάδες χωροφύλακες <τ. γαλλ. jandarma
τζαντζία μπότες κυνηγετικές
τζάου ακόμη, επιπλέον < τζαι άβου, και άλλο
τζάπου εκεί όπου, φαρ.
τζαράσι, το κερασιά, φαρ.
τζας όπως, καθώς, φαρ.
τζαχρί το καλαμπόκι
τζεβάπι απάντηση < τ. αραβ. cevap
τζεβαχέρι κόσμημα, διαμαντικό < τ. cevahir
τζεγνατίζει τσαλαπατάει < τ. çiğnemek
τζελέ, η λέρα, κουτσουλιά, βρωμιά
τζένκι μάχη, αναμέτρηση
τζένσεν κέντησε, σούβλισε
Τζερετζή, η Κυριακή (ημέρα της εβδομάδας)
τζέρι φυσοκάλαμο
τζερί κερί
τζιζμέδε, τα σπιρούνια, μπότες ιππέα < τ. çizme
τζιράχτσες δούλες, υπηρέτριες < τ. περσ. çırak, υπηρέτης
τζο όχι, δεν
τζό’νι δεν είναι, τζο ένι < τζο ένεστι δεν είναι
τζό’ντουνε δεν έγινε
τζογάπην απάντηση < τ. αραβ. cevap,
τζού’βρεν δεν βρήκε
τζουβάιδι, το ρεματιά, ρυάκι, κοιλάδι, φαρ.
τζούνεται δε γίνεται, τζο ίνεται
τζούσινι δεν είχε
τζυνογάρ κυνηγάρης, αετός
την εβίτζα, την αυγή, αύριο
τηνεβή αύριο < την αυγή
τι αφτί, συγκοπή από το ω-τί-ον
τι τσο κρου δεν ανταποκρίνεται, < “ο-τι-ον ουκ ακροάται”
τι τσο κρους δεν ακούς τί σου λέγω, δεν τείνεις ους
τιά αυτά
τία αφτιά, (ω)τία
τιαίρι, ιταίρι, βρακί, ιταίριον
τίαλ τί άλλο
τίαλά τί καλά
τιβίτι, πέννα για γράψιμο, διαβήτης
τιδέ ιδού
τιλbέρτσα Καλλονή, γόησσα, Νεράιδα < τ. dilber
τιλεντίζει ζητιανεύει, dιλεντίζω < τ. dilenmek
τιλέτσε ζητιάνεψε < τ. dilenmek, παρά θεού χάρη
τιλίμα φέτες (ψωμιού, καρπουζιού...) < τ. dilim
τιλίμι φέτα ψωμιού, μήλου < τ. dilim
τιλισίμι δεξιότητα, ιδιαιτερότητα
τιπκε ολόιδιο < τ. tıpkı
τίπος τίποτε, σο τίπος, γιατί
τίπχε όμοια,
το μο δικό μου
τοbε ήμαρτον, συγχώρεση < τ. αραβ. töbe μετάνεια
τοβκάτι ευτυχία, βασίλειο < τ. dovlet)
τόινα το ένα
τοκτόρη γιατρός, δόκτορ < τ. γαλλ. doktor
τόλι πλήρες, γεμάτο < τ. dolu
τόλι βλαστός, γέννημα < τ. döl γόνος, παιδί υποτιμητικά
τόνα το ένα, αυτόνα
τοπάλ κουτσός, χολός < τ. topal
τόπας τούμπα, λοφίσκος (τύμβος)
τοπλάτσεν μάζεψε, συνέλαβε, ρ. τοπλατίζω < τ. toplamak
τορμπάς ντορβάς, πλεκτό σακίδιο < τ. περσ. torba
τόστι φίλος < τ. περσ. dost
του που, του
τούçη αυτή
τουβεκέλης, ο αφελής, αγαθός, καρτερικός < τ. tevekkel
τουβεκέρ αγαθός, αφελής < τ. τüveker
τουκάνι, το βυζ. δοκάνα (τάβλα με τσακμακόπετρες για αλώνισμα),
τουλγκέρ ξυλουργός < τ. dülger
τούλι χήρα < τ. dul
τουλού, τουρλού ποικιλία < τ. türlü
τούμι ολόκληρο < τ. tüm
τουνουρτζουλούκι προξενιό < τ. dünürcülük
τουρ χελέ για στάσου < τ. dur hele
τουράτσε εγκαταστάθηκε < τ. turmak
τουρλού διάφορα (φαΐ) < τ. turlu (κολοκύθια, μελιτζάνες κλπ)
τουρούμι σχήμα, δέμα χόρτων < τ. durum
τους πώς
τουσμάνος εχθρός < τ. περσ. düşman
τουταμάμ δεν μπορώ να κρατήσω < τ. tutmak κρατώ
τουτούνι, το καπνός < τ. tütün
τουτουνών αυτών
τουφάγκι,το τουφέκι < τ. περσ. tüfek
τουφάνι, το ανεμοθύελλα < τ. tufan, Tufan = ο Κατακλυσμός του Νώε
τοχάνσα σκόνταψα, ρ. τοχαντίζω < τ. dokunmak, κουτουλάω
τοχαντίζει προσβάλλει, ακουμπάει < τ. dokunmak αγγίζω
τόχτο, τόχτι μέτρο σιτηρών 8-10 οκάδες (12 κιλά)
τραγρούσι τραγουδούν
τραν'ινόσκι κοιτάζει, βλέπει, τηρεί
τρανά κοιτάζει, βλέπει, τηρεί
τρανής παρατηρείς, τράνης τήρα, πρόσεξε
τράνινεν παρατήρησε
τρανούσι παρατηρούν
τράνσαν παρατήρησαν
τριβιώνα μεσοφόρι, πουκάμισο
τρώισκαν έτρωγαν
τσαβτάρι σίκαλη < τ. çavdar
τσαγήρσην κραύγασε, ούρλιαξε < τ. çağırmak
τσαγηρτά φωνάζω < τ. çağırmak
τσαγίρι βοσκότοπος, λιβάδι < τ. çayır
τσαΐρι λιβάδι, βοσκότοπος < τ. çayır
τσάκoυσα έσπασα
τσάκα κόρφος
τσακίρ κέιφ μερακλωμένος, εν ευθυμία < τ. çakırkeyf
τσάκσην τσάκισε, ρ. τσακώνω σπάζω
τσαλγιτζής, ο μουζικάντης < τ. çalkıcı οργανοπαίκτης
τσαλιστέ πασχίζει, δουλεύει < τ. çalışmak
τσαλιστιέγκαν δούλευαν < τ. çalışmak
τσαλούς τσαλιά, φρύγανα, φροκάλι < τ. çalι / θάμνος
τσάλσεν, τσαλτίζω παίζω (όργανο), αλείφω < τ. çalmak
τσανάχι, το τσανάκι, γαβάθα < τ. çanak
τσανό χαζός
τσάου καό πιο καλό
τσάπου εκεί όπου, φαρ.
τσαρές, ο τρόπος, λύση, διέξοδος < τ. περσ. çare
τσάρι, το τρίχα
τσαρτσαφά σεντόνι < τ. carçafa
τσατιέσεν πεδούκλωσε, έδεσε < τ. çatmak, συνταιριάζω
τσατλατηρατσάν θα με σκάσεις < τ. çatlamak, πλαντάζω
τσάχρι κεχρί
τσεβρές στεφάνη, κύκλος < τ. çevre (για κέντημα)
τσενές, ο σαγόνι < τ. περσ. çene
τσεπιτζόκκο κατσικάκι
τσέρι φυσοκάλαμο, βλ. τζέρι
Τσησάρα Καισάρεια
τσίκκι, το τόξο
τσιπ όλοι
τσιπές χαστούκι
τσιράς, ο λυχνία, δάδα, πυρσός < τ. περσ. çıra
τσιράχος, ο τσιράκι, υπηρέτης, δούλος < τ. περσ. çırak
τσιρμαλάτσεν γρατζούνισε, ρ. τσιρμαλατίζω < τ. tırmalamak
τσιρπαλατίζω σφαδάζω < τ. çirpilmak, τινάζομαι
τσιφτέ τέλι διπλοπενιά και αντίστοιχος χορός < τ. çifte tel, διπλή χορδή
τσιφτές, ο ζεύγος, μεταφ. δίκαννο < τ. περσ. çifte, çift «διπλός»
τσιφτσίδες αγρότες < τ. çift-çi, ζευγάς, çift ζεύγος
τσίωσε ανέτειλε
τσολάχος κουλοχέρης κολοβός < τ. çolak
τσόλι τρίχινο ή μάλλινο επικάλυμμα, τσούλι < τ. çul
τσολούχ τσοτσούχ οικογενειακώς < τ. çoluk çoçuk, γυναικόπαιδα
τσοπί κήπος, κηπίον, κηπί, φαρ.
τσορμπάς σούπα (με βρασμένα κόκαλα) < τ. αραβ. çorba
τσορπατζής μάγυρος, κύριος < τ. αραβ. çorbacı, αξιωμ. Γενιτσάρων
τσοτσούχα παιδιά < τ. çocuk, τέκνο
τσοτσούχι, το παιδί < τ. çocuk
τσουνκι διότι, επειδή < τ. περσ. çünkü, çünki
τσούπαμι δεν είπαμε
τσούς τα κάψε το, τσουρούφλισε, ρ. τσούζω
τσουφαλάς, κεφαλάς, επικεφαλής
τσουφάλι κεφάλι
τσουχελτούς, σούσουρο, σούρσιμο < τ. cüheldü
τσόχου δεν έχω < ουκ έχω
τσυλίστα κυλίστηκα, φαρ. ρ. τζυλίεμαι
τσυλίστη κυλίστηκε, κοιμήθηκε
τσύλσανε κύλισαν, ρ. τσυλίζω
τωρείς θωρείς
Υ
υλακτώ γαυγίζω, ουρλιάζω (για σκύλους)
ύλαξιν ούρλιαξε, βλ. υλακτώ
υλέσι ψωφίμι, πτώμα ζώου, πουλιού < τ. περσ. leş
υπά, να να πάει
υπάνε υπάγουν, πάνε
υπάω να πάω
υρέφ’ γυρεύεις, ‘υρεύω ζητώ
υρίστη γύρισε, ‘υρίζω γυρίζω
Φ
φçάνει φτιάχνει
φçάνουσι φτιάχνουσι, φτιάχνουν, βλ. φçάνει
φçείρσε φθείρισε, ξεψείρισε
φάgheν έσφαξε
φαγίς ταΐζεις, φαΐζεις
φάζεν τάιζε, έτρεφε
φαϊτάς όφελος, ωφέλεια < τ. αραβ. fayda κέρδος
φακού φακή
φάνα φανός, φανάρι
φανεθώ φανερωθώ
φάξει σφάξει
φέγγος φεγγάρι
φέγγω φωτίζω
φεκh φεύγει
φεραίνουμε φέρνουμε
φερίγκην έφερνε, φαρ. ρ. φερίνω
φερίνκε έφερνε, ρ. φερίνω
φέρισκεν έφερνε
Φέρκα Φέκα (Διοικ. Κέντρο των αποικιών Φαράσων)
φέτι αρπαγή < τ. feti, χαμός, καταστροφή
φιλάνι ο τάδε, ο δείνα < τ. filan
φίλτσα φίλησα
φίνικα, φύνικα κυνάριον, κουτάβι, αρχ. κύων, κυνικός
φκακκούδες στραγάλια
φκαντάζω οργίζομαι, πλαντάζω
φλουρί χρυσό νόμισμα ή στολίδι που μοιάζει με νόμισμα
φλουριώνα με φλουριά, βλ. φλουρί
φοdές καθώς, όταν, εφόσον
φοqαρά φτωχός < τ. fιkara ή fukara πληθ. του fakir
φοβήσκι φοβάται
φοβινόσκι φοβόταν
φοκαλουjή σκουπιδιάρης, φρόκαλα χόρτα για σκούπισμα
φόρια φορέματα
φορώνιτι φοράει, ντύνεται
φουqαρέζ φτωχός, φουκαράς < τ. fakir, αραβ. fukare
φουκαράς, φτωχός,
φουκαρέας φτοχός, κακομήρης
φρηκέτι προσέχω, φρονιμεύω < ρ. φρικιέμαι
φρόγκισμα τσούγκρισμα, φρογκάω, τσουγκρίζω, φαρ.
φροκαλίζω σκουπίζω με φροκάλι, βυζ. φροκαλώ, φλοκαλώ
φρουκάλι σκούπα, φροκάλι
φσάκνω σφάζω
φσάχ(ι) αγόρι, παιδί, υπηρέτης < τ. uşak
φσέα αγόρια, βλ. φσάχι
φσόκκο αγοράκι, υπηρέτης, αντίστοιχο του boy < τ. uşak
φσονκάτος ομελέτα, τηγανητά αβγά
φταίνει φτιάχνει, φαρ. ρ. φταίνω, φτιάνω
φταίνκανε έκαμναν, φτιάνω, κάνω
φτάλμε μάτια, οφθαλμοί,
φτάλμι μάτι, πηγή < οφθαλμός
φτασμένο ώριμο, φτάνω (εις ωρίμανση)
φτέγκαν έφτιαχναν
φτσεραίνω αδειάζω
φτσερέγκαν άδειαζαν
φτσέρσην άδειασε, ρ. φτσεραίνω
φυdάν bοϊλού σπαθάτος < τ. fidan boylu, μπόι φυτού, fidan < ελλ. φυτό
φυακιάρ φύλακας, αγροφύλακας
Χ
χçίνν'ει χτίζει
χöκιουμέçι κρατικός ή κοινοτικός υπάλληλος < τ. αραβ. hükümetci
χoσάσσα συμπαθητική, όμορφη < τ. περσ. hoş
χα να, θα
χαbάρ είδηση < τ. αραβ. haber
χαβά αέρας, ουρανός < τ. αραβ. hava
χαβαζα άρχοντας, αεράτος < τ. αραβ. havaza
χαβατίσι, το νέα πληροφορία < τ. αραβ. havadis
χαβλαdάς γαβγίζει < τ. havlama, ηλακή, ρ. havlamak
χαβλούς αυλή < τ. avlu περίβολος
χαβτζάρι λιώμα (από τον ξυλοδαρμό)
χάεν χάθηκε
χαζερλάτσαν χαζερλατίζω, ετοιμάζω < τ. αραβ. hazιrlamak
χαζήρι, έτοιμος < τ. αραβ. hazır συμπαραστάτης
χαζηρλατίζει ετοιμάζει < τ. hazırlamak
χαζιρλάις ετοίμασε
χαζιρλατίζω προετοιμάζω, βλ. χαζερλάτσαν
χαζνά ταμείο, πουγκί < τ. αραβ. hazîne μυστική κρύπτη
χάθη πέθανε, χάθηκε
χάθην πέθανε. Για λαϊκούς “χάθην”, για ιερωμένους, “κοιμήθη”
χάιdε άντε < τ. haydi
χαϊβάνι κτήνος, υποζύγιο < τ. hayvan
χαϊζί κάμπος, επαρχία
χαϊμάς, ο προαύλιο, σκηνή < τ. hayma
χαΐρ προκοπή, βοήθεια, αγαθοεργία < τ. αραβ. hayιr
χάιρ όχι < τ. hayιr,
χαΐρι, αγαθοεργία, προκοπή < τ. αραβ. hayır
χαΐτζι λαγκάδι, κοιλάδα
χάιτιστι άντε λοιπόν < τ. hayde
χακ δίκαιο, ορθό < τ. αραβ. hak
χαλά, η θεία (αδελφή της μάνας) < τ. αραβ. hala
χαλαγιέκ υπηρέτης
χαλαγιούκια υπηρέτες
χαλέ ακόμη < τ. hele
χαλτσία χάλκινα, μεγάλα καζάνια
χαμάμ, το δημόσια λουτρά < τ. αραβ. hamam ζεστό μέρος
χάμνησε απόλυσε, χαμνίζω απολύω, χαλαρώνω, φαρ.
χαμπάρι πληροφορία < τ. αραβ. haber, νέα είδηση
χανgές ποιος, κάποιος < τ. hangi
χανίμα κυρία μουσουλμάνα < τ. hanım
χαούçα έτσι
χαπάρι είδηση < τ. αραβ. haber
χαπαχώθετε πλακωθήκατε
χαπαχώθη καπακώθηκε, έπεσε μπρούμυτα < καπακώθηκε
χαπιγέ δισάκι < τ. αραβ. heybe, δύο μικροί σάκοι ενωμένοι
χαπικά δισάκι, τορβάς οδοιπόρου < τ. αραβ. heybe
χάπις φυλακή < τ. αραβ. hapis
χαπούσι φυλακή, βλ. χάπις
χαραή πρόσωπο < χαραγή, περίγραμμα προσώπου
χαράπι καταστροφή, ερήμωση, συντρίμια < τ. harap, αραβ. harâb
χαράρι, το μεγάλο τρίχινο σακί,
χαρέ, χαρέτζα τώρα δα, φαρ. αρ(ρ)έτσι ταχέως
χαρέτσα τώρα αμέσως
χαριένι καζάνι, μέγας λέβητας
χαριένι κατσαρόλα
χαρμάν τσορμάν φύρδην μίγδην < τ. harman çorman, harman αλώνι
χαρσού απέναντι < τ. karşι, αντίκρυ
χαρτσαώνω ανοίγω τα σκέλια, σκορπίζομαι < τ. harcanmak
χάσα έχασα
χαυλούς, ο αυλή < τ. avlu τόπος συγκεντρώσεως
χαχανάς, ο στείρα γίδα, φαρ.
χαχανάσα, η μονοκέρατη γίδα μεταφ. χαζή γυναίκα
χαχλούς δίκαιος, θεμιτός < τ. αραβ. hak-lı, hak = δίκαιο
χαχσούζα, η άδικη < τ. αραβ. hak δίκαιο, τ. haksız = άδικος
χαχσούζης άδικος < τ. αραβ. hak-sız
χέιgιdι αχ βρε, καημενούλη < τ. hey-gidi
χεκίμης γιατρός < τ. αραβ. hekim
χελέ ιδίως < τ. hele, προ πάντων
χεμ και < τ. περσ. hem ακόμη
χέμεν αμέσως < τ. περσ. hemen, περίπου
χεμετέν αμέσως, βλ. χέμεν
χέμκι αλλά και < τ. περσ. hem
χερ κάθε < τ. her, έκαστος
χεργκελέ αλήτης < τ. hergele , ατίθασο άλογο, μετφ. παλιοχαρακτήρας
χέριφος άνθρωπος υποτιμητικά < τ. αραβ. herif
χερκές καθείς < τ. περσ. herkes
χέρκες καθένας, όλοι < τ. περσ. herkes
χερτέναν ο καθένας < her + το ένα
χερτοϊνών του καθενός < τ. her + του ενός
χετιγέδα δώρα < τ. αραβ. hediye
χετς καθόλου < τ. περσ. hiç
χιç καθόλου < τ. hiç περσ. hîç
χιέρα αγγούρια
Χιζuρης Άγιος < τ. Hιzιr, Προφήτης Ηλίας
χισάbι λογαριασμός < τ. hesap, υπολογισμός
χισίμες συγγενείς < τ. αραβ. hısım
χίσμι οργή
χιτς καθόλου < τ. χιç
χιτσκιρίκι αναφιλητό < τ. hıçkırık, λυγμός
χιωρώ θεωρώ, βλέπω
χλάτσε δοκίμασε, δοκιμάζω, επιθεωρώ < τ. yoklamak
χνάδι αχνάρι, αποτύπωμα ποδιού ζώου
χολιέζομαι θυμώνω, χολώνομαι, αρχ. χολώ
χολιέστην χολώθηκε, νευρίασε
χοραντάς οικογένεια < τ. αραβ. περσ. horanta
χορλατίζω ροχαλίζω < τ. horlamak
χορονταλούς οικογενειάρχης < τ. αραβ. horanta οικογένεια
χοσάσσα όμορφη και έξυπνη < τ. περσ. hoş
χοσλάνσα ευχαριστήθηκα < τ. hoşlanmak, μου αρέσει
χοσλαντίσκην του άρεσε < τ. hoşlanmak
χουζούρι ησυχία, άνεση < τ. αραβ. huzur
χούι ελάττωμα, ιδιορρυθμία < τ. περσ. huy
χουλάνσιν νευρίασε < τ. huylanmak
χουλιέρα κουτάλια < κοχλιάριο
χουλιέρι, το κοχλιάριο, κουτάλι
χουμάδα απρέπειες
χουνέρι δολοπλοκία < τ. περσ. hüner, δεξιότητα
χράδα αχλάδια
χρεία χρειαζούμενα (προσφάγι για εργάτη στο χωράφι)
χρος χρέος
Χρυστιέσταμας Χρυσόστομος
χρώστα λάκκος - παγίδα
χτάραξε ανασκαλεύω, χταράζω < τ. aktarmak
χτέρ κτήριο, πέτρα
χτηνιά κτήνη, ζώα οικόσιτα
χυdάω τρέχω
χύρες πόρτες, θύρες
χυτάτε τρέξετε, χυτάω τρέχω, φαρ.
χύτσεν έτρεξε, ρ. χυτάω
χύτσην έτρεξε
χώρα ξένοι άνθρωποι
χώρσεν ξεχώρισε
χως έως
χωστου ωσότου
Ψ
ψεά υψηλά
ψέικο ψιλό, λεπτό
ψεματάτου ψεύτικα, στα ψέματα, εικονικά.
ψεό ψηλός
ψοής ψοφήσει
Ω
ώ νιμά, ω μητέρα
ωζ ως, όσο
ώνα, όταν
ώνεμα, το νόημα, νεύμα
ώνι, αώνι, αλώνι
Σημειώσεις
⟨59⟩ Ι. Η. Κάλφογλους “Μονή Φλαβιανών” σελ. 544, ↩
⟨60⟩ Ι. Η. Κάλφογλους “Μονή Φλαβιανών” σελ. 544, “Ρουμτζαγι κονουσουρλάρ λάκιν κονουσδηκλαρηνη γιαληνηζ κενδιλέρ ανλανλάρ.” (Ομιλούν τα ελληνικά όμως αυτά που ομιλούν μόνο οι ίδιοι τα καταλαβαίνουν) ↩
⟨61⟩ Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, σ. 481 από Ηλίας Αναγνωστάκης- Ευαγγελία Μπαλτά “Η ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ” ΠΟΡΕΙΑ 1990, σ. 39. ↩
⟨62⟩ Ν. Π Ανδριώτη “Το γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων” Κ .Μ. Σ. 1948 σ. 11. ↩
⟨63⟩ Μέλπω Μερλιέ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ σ. 21 ↩
⟨64⟩ Μέλπω Λογοθέτη - Μερλιέ, "Οι Ελληνικές Κοινότητες της Καππαδοκίας", Κ Μ Σ. ΔΕΛΤΙΟ, 1 (1977), σ. 72. ↩
⟨65⟩ Octave Merlier "Proverbes de Farassa", Collection de l' Institut Francais d' Athtenes, 1951, σ. 7. ↩
⟨66⟩ Γ. Μαυροχαλυβίδης, "Η Αξό Καππαδοκίας" Αθήνα, 1990 σελ. 353, σημ. 12. ↩
⟨67⟩ Π. Καρολίδου “Γλωσσάριον” σ. 36 ↩