Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Παράρτημα · 2 από 4
Ένα πατισάχος τζαι ιρνιό κορίτσια (Αραβάν)
2. Ένα πατισάχος τζαι ιρνιό κορίτσια.
( R. DAWKINS σελ. 334 )
Αραβάν
Ιμνιά ένα πατισάχος είχε ιρνό κορίçια.
Ένα μέρα τόνα τ το κορίς πήγε σο βουνό Εκεί είρε ένα ναίκα. Και ναίκα κ’ είπε «Ιμιά φçείρσε με.» Φçείρσεν dο. Σόνgρα κ’ είπε, «Ας κοιμερώ λίγο, και όνdεν ερç το qeρμιζί το λερό, gονώσε με». Ήρτε το qeρμιζί το λερό, και έgνωσέν dο, bατίρσεν dο σο λερό μέσα, και έννε qeπ – qeρμιζί. Και απεκεί σόνgρα πήγε σο σπίçι dου.
Τότε πατισάχος
σάλσε και τ’ άλο το κορίς, να το ποικ qeρμιζί
dεγί. Σόνgρα πήγε σο
βουνί, είρε το ναίκα. Και
ναίκα κ’ είπε «Φçείρσε
με». Κ’ εκείνο φçείρσεν
dο. Ναίκα κ’ είπε, «Ας
κοιμερώ λίγο, και gνώσε
με, όνdε έρç το μάβρο
το λερό». Και έgνωσέν
dο, bατίρσεν dο σο μάβρο το λερό, και έπκεν dο μας – μάβρο. Και πήγε σο σπίçι dου. Πατισάχος κ’ είπε, «Çiς σ’ επκε μάβρο;» Εκείνο κ΄ είπε, «Πήγα σο βουνί, είρα ένα ναίκα 'Φçείρσε με', είπε, 'και όνdεν έρç το μάβρο το λερό, gνώσε με' είπε. Και ήρτε το μάβρο το λερό και έgνωσά το, bατίρσε με σο μάβρο σο λερό και έννα μας – μάβρο».
Εκείνο ναίκα σόνgρα έννε dιλεντjής. Ήρτε και πατισαχιού το σπις, και ήνgρεψε λίσκο ψωμί. Και το κορίς κ’ είπε, «Ετά μ’ έπκε μάβρο». Και έμbασέν dο σο χάπις. Εκείνο çύρπισέν dο και έφυγε. Απεκεί σόνgρα πάλ’ τ’ έμbασε πατισάχος σο χάπις. Εκείνο çύρπισέν dο και έφυγε.

Ερμηνεία
Ένας βασιλιάς και δυο κορίτσια.
Κάποτε ένας βασιλιάς είχε δυο κόρες.
Μια μέρα το ένα κορίτσι πήγε στο
βουνό. Εκεί βρήκε μια γυναίκα. Και η
γυναίκα είπε: «Έλα να με ξεψειρίσεις». Την
ξεψείρισε. Ύστερα η γυναίκα είπε: «Ας κοιμηθώ λίγο, και όταν έρθει το κόκκινο νερό,
να μου το πεις». Ήρθε το κόκκινο νερό και
την ενημέρωσε. Η γυναίκα βούτηξε μέσα
στο νερό την κόρη και την έκανε κατάκόκκινη. Και ύστερα το κορίτσι πήγε στο
σπίτι της.
Τότε ο βασιλιάς έστειλε και το άλλο
το κορίτσι, να το κάμει λέει κόκκινο. Το
κορίτσι πήγε στο βουνό. Βρήκε τη γυναίκα
και η γυναίκα είπε: «Να με ξεψειρίσεις». Κι εκείνη την ξεψείρισε. Η γυναίκα είπε: «Ας κοιμηθώ λίγο, και όταν έρθει το μαύρο το νερό να μου το πεις». Όταν ήλθε το μαύρο το νερό την ενημέρωσε και εκείνη βούτηξε την κόρη στο μαύρο το νερό και την έκαμε κατάμαυρη. Όταν το κορίτσι πήγε στο σπίτι, τη ρώτησε ο βασιλιάς: «Ποιος σε έκαμε μαύρη;» Εκείνη είπε: «Πήγα στο βουνό, βρήκα μια γυναίκα: 'Να με ξεψειρίσεις', μου είπε, 'και όταν έλθει το μαύρο το νερό, να με ενημερώσεις'.
Και ήρθε το μαύρο το νερό και την
ενημέρωσα. Με βούτηξε στο μαύρο το νερό και
έγινα κατάμαυρη».
Εκείνη η γυναίκα ύστερα παρουσιάστηκε
σαν ζητιάνα. Ήλθε και στο παλάτι του βασιλιά
και ζήτησε λίγο ψωμί. Και το κορίτσι είπε στον
πατέρα της: «Αυτή με έκαμε μαύρη». Έβαλαν τη
γυναίκα στη φυλακή. Εκείνη όμως τρύπησε και
έφυγε. Από εκεί ύστερα πάλι την έβαλε ο
βασιλιάς στη φυλακή.
Πάλι τρύπησε και χάθηκε.

