Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Παράρτημα · 1 από 4
Του Πατισάχου η κόρη του παρεδόθη τον Σταχτητjή (Σύλλη)
1.Του Πατισάχου η κόρη
του παρεδόθη τον Σταχτητjή.
(Dawkins σελ. 284)
Σύλλη.
Ήτουν είς Πατισάχης, είσι μνιά μαναχe΄ κόρη. Πολ'ύ χoσάσσα ήτουν χέμκι πολ'ύ αqαλούσσα ήτουν. Toύçη κόρη έμασι πολλέζ γλώσσες. Βαβάς
çης μνιά μέρα παγαίνν'ει να ρω-
çήση του μάνdι όçι, «Να ριούμ,»
κόρη μου çίνα σε πάρη;
Μάνdις κι λαεί του όçι, «Κό
σου κόρη σε πάρη του σταχτηjή.»
Πατισάχης κι - πιάνν'ει του
χολ'ή. Έρσιτι σπίçιν dου. Παίρει
çην gόρην dου, παγαίνν'ει çη' ς
τένα βεράν'ι τόπου, κι σέκνει çη.
Υρίζιτι να φέρη πολλά ξύλα,
όçι να νάψει, να σκοτώσει çην
gόρην dου, κι σταχτηjής μη çημ
bάρη. Κόρη του βαβάν jης βλέπει του, ως που να νάρτη. Βαβάς çης μι τα ξύλα έρçιτι. Απ' çην ιρέαν dου dαdί ζηρμουννά τα. Κόρη ποτινgιαν τα σωρεί, γροικά τα. Αμμά çο να ποίση, ρεν dα ξέρει.
Βαβάς çης çην gόρη σέκν'ει çη ΄ς τα ξύλα ανάμεσα, να çη νάψη. Τρανά, σωρεί όçι dαdί ζηρμόνησιν dα. Αψουçικανάς υρίζιτι να φέρη dαdί. Αμμά ως που να νάρτη, κόρη χαλάνν'ει του οjάqe. Φέβγει, παγαίνν'ει πολ'ύ μακρά ΄ς τένα χουριό. Βαβάς çης έρσιτι, νάφçει τα ξύλα οπ' çην ιρέαν όçι κόρη απέσ' τουν ένι dεγί. Ύστεριάς έρσιτι σπίçιν του, ενίσκιτι πολ'ύ ισμάνης.
Κόρη πηγαίνν'ει dογρού σταχτηjή 'ς του σπίçι. Βραdύ σταχτηjής έρσιτι οπ' çην ζουλιάν dου. Τρανά, σωρεί όçι çη σύραν dου αμbρός ένι μνιά χoσάσσα κόρη. Ρωτά çη, «Νάç ήρτις ρώ;» Κόρη κι λαεί του çονgιάν έφκι οπ' κεφάλ'ιν jης. Κι τότι σταχτηjής λαεί όçι, «Συ έγερ να μ bάρης, γω σένα φυλαττου σου.» Κι τότι κόρη παίρει του σταχτηjή. Εν'ίσκιτι γάιρü εναίκα του.

Γεννά γυο τέκνα. Τουτονών τα ονόματα σέκν'ει τα, τέναν dου, «Ταqτιρdέ Γιαζιλάν,» κιτινού «Τεπτιλdέ Güζüλμάς.»
Ρω τα τέκνα συν΄ίσκουνdι, εν΄ίσκουνdι οπ' τριώ χρονώ. Μνιά ημέρα μάνα τους αφτά τα τέκνα βέμbει τα 'ς τ' αμbέλια να φέρουσι μικρά ξύλα, çιρπί. Ρω τα τέκνα ως τα σωρόβγουσι, σωρούσι έναν άρτουπου. Τούτους άρτουπους ινgιάν dου çαννό λαειννόνjισκι μυριολόγια.
Τούτους ποτινgιάν γιουκούνν'ει
ρω τ’ τέκνων τα ονόματα, βιριάτι τα
κονdά του, να μάση τουτουνών όνομα
καλά.
Ποτινgιάν γιουκούν'νει όçι,
«Γραπτό σου çονgιάν ένι ρεμ bουζου-
λdά», κι τότι εν'ίσκιτι πολύ πεζμάν'ης:
«Κέσgε çην κόρη μου μή çη σκότισα, κι
να çημ bάρη σταχτηjής». Τούτους
παρακαλά τα παιριά να του υπάγουσι
σπίçιν dους, να ριή μνιά çη μάναν dους
κι του βαβάν dους.
Παγαίνουσι μι τα τέκνα του σπίçιν dους. Μάνα τους ποτινgιάν του σωρεί, γροικά τα όçι τούτους τουçεινής βαβάς ‘ι. Αμμά φοβίσκει να τα ειπή του βαβάν jης οπ' çην ιρέαν όçι μη çη σκοτώση.
Υστεριάς βαβάς çης ποτινgιάν πικρά πικρά μυριολογίσκι, τότι κόρη είπιν dα 'ς του βαβάν jης όçι τούτουνου κόρη νε. Βαβάς çης τότι qοjακλαdά çη κι φιλά çη. Έρσιτι,
«Γήμαρτον, όçι Σεγός çονgιάν
σέλ'η, άρτουπος ρε πουρεί να
τα χαλάση.» Κι τότι παίρει
çην κόρην dου, τα τέκνα çης,
του γαμbρούν dου, παγαίννει
του σπίçιν dου. Φçάνουσι ένα
gαινούρη γάμου του σταχτηjή,
κι σέκνει τoυ τουν dόπουν
dου.
Εν'ίσκιτι είς πατισάχης.
Να χαρίση κι εσένα κι μένα
ευτυχία.


Ερμηνεία
Η Βασιλοπούλα που παντρεύτηκε τον σταχτητζή.
Ήταν ένας Βασιλιάς που είχε μόνο μια κόρη. Ήταν πολύ όμορφη και πολύ μυαλωμένη. Αυτή η κόρη έμαθε πολλές γλώσσες. Ο πατέρας της μια μέρα πηγαίνει να ρωτήσει τον Μάντη «Να δούμε η κόρη μου ποιόν θα παντρευτεί»;
Ο Μάντης του λέει πως: «Η κόρη σου θα πάρει τον σταχτητζή» (ασχολούμενος με στάχτη, καθαρίζει καπνοδόχους). Ο Βασιλιάς χολώθηκε πολύ. Έρχεται σπίτι του, παίρνει την κόρη του και πηγαίνει σε ένα έρημο τόπο και την αφήνει εκεί.
Γυρίζει να φέρει πολλά ξύλα να κάψει, να σκοτώσει την κόρη του, για να μην την πάρει ο σταχτητζής. Η κόρη του βλέπει τον πατέρα της καθώς έρχεται με τα ξύλα, αλλά λησμόνησε να πάρει δαδί. Η κόρη, που είδε τις κινήσεις του πατέρα της, καταλαβαίνει τις προθέσεις του, αλλά δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Ο πατέρας βάζει την κόρη του ανάμεσα στα ξύλα, να τη κάψει. Κοιτάζει βλέπει πως λησμόνησε να πάρει δαδί. Γρήγορα γυρίζει να φέρει δαδί. Όμως, ώσπου να έλθει ο πατέρας, η κόρη χαλάει την εστία. Φεύγει μόνη της και πηγαίνει πολύ μακριά σ' ένα χωριό. Ο πατέρας της έρχεται, ανάβει τα ξύλα με την ιδέα πως η κόρη είναι μέσα. Ύστερα έρχεται στο σπίτι του και μετανιώνει πικρά.
Η κόρη πηγαίνει κατ’ ευθεία στο σπίτι του σταχτητζή. Το βράδυ ο σταχτητζής έρχεται από τη δουλειά του και αμέσως βλέπει πως μπροστά στην πόρτα του είναι μια πεντάμορφη κόρη. Τη ρωτάει: «Γιατί ήλθες εδώ;» Η κόρη του περιγράφει ό,τι συνέβη. Και τότε ο σταχτητζής της λέει ότι: «Αν εσύ με παντρευτείς, εγώ θα σε φυλάγω». Και η κόρη παίρνει τον σταχτητζή. Γίνεται πλέον γυναίκα του. Γεννάει δυο παιδιά. Βάζει αυτών τα ονόματα: το ένα «Δεμένος με το γραπτό σου» και του άλλου «Βρίσκεται στην τύχη».
Εδώ τα παιδιά μεγαλώνουν, γίνονται από τριών χρονών.
Μια μέρα η μάνα τους στέλνει τα παιδιά στ' αμπέλια να φέρουν μικρά ξύλα για προσάναμμα. Εκεί τα παιδιά καθώς μαζεύουν, βλέπουν έναν άνθρωπο.
Αυτός ο άνθρωπος σαν τρελός παραμιλάει μύρια λόγια, και μόλις ακούει εδώ τα ονόματα των παιδιών, τους καλεί κοντά του, για να μάθει καλά τα ονόματά τους. Οπότε καταλαβαίνει πως: «Το γραπτό σου ό,τι κι αν είναι δεν ξεγράφει». Και τότε μετανιώνει πολύ και σκέφτεται: «Μακάρι να μην σκότωνα την κόρη μου και να την έπαιρνε ο σταχτητζής». Ο γέροντας παρακαλεί τα παιδιά να τον πάνε στο σπίτι τους, να γνωρίσει τη μάνα τους και τον πατέρα τους.
Πηγαίνει με τα παιδιά στο σπίτι τους. Η μάνα τους μόλις τον βλέπει, αναγνωρίζει πως αυτός είναι ο πατέρας της. Όμως φοβάται να το πει του πατέρα της με την υπόνοια πως μπορεί να τη σκοτώσει. Ύστερα, κι όταν ο πατέρας της μυριολογούσε πάλι πικρά-πικρά, τότε η κόρη ομολόγησε πως είναι κόρη του. Ο πατέρας αμέσως την αγκαλιάζει και τη γλυκοφιλάει. Ο γέροντας Βασιλιάς σκέφτεται: «Ήμαρτον, ό,τι κι αν θέλει ο Θεός, άνθρωπος δεν μπορεί να το
χαλάσει». Παίρνει μαζί του την κόρη του,
τα παιδιά της και τον γαμπρό του.
Πηγαίνουν στο παλάτι. Φτιάχνουν ένα
καινούργιο γάμο για τον σταχτητζή και
τον βάνει στη θέση του.
Ο σταχτητζής γίνεται βασιλιάς.
Να χαρίσει ευτυχία σε εσένα και σε
εμένα.

