Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 3 από 12
Ο Δεσπότ' τζαι η κλουτσίστρα
3. Ο Δεσπότ' τζαι η κλουτσίστρα.
( Καρατζορέν )
Σο μεμλεκέτι μας, του χωρού οι παπάδες πουά γράμματα τσο κατέχκανε. Ψαλέγκαν τζαι δεβάσκαν το Ευαγγέλιο σα ρωμάκα τζαι σα τούρτζικα. Με νε τα ρωμάκα γροικάγκαν, νε τα τούρτζικα.
Αμμα, σ' ε χωρίος ήτουν ο παπά Νικόλας, πολύ δεβασμένο παπάς. Έβgαλην το μέγο το σκολείο σο Ζιντζίτερε. Ατό, ο παπά Νικόλας, εμ δεβάσκην το Ευαγγέλιο το ορτό του, εμ βκαλήγκην λόγος, να γροικίσουν οι χωρώτοι τ' άσλι του. Ήτουν σπουδαγμένος μο τη Βυζαντινή μουσική τζαι το σάσι του βgαίγκην αντι ασότρα στο παγάνι. Τζάπου να τα στριγκάγκαν πααίγκην: σα πομεινά τα χωρία τζάπου παπάς τσ' ούχαν, σα οράνα τζάπου ήσαντε παλέ εκκλησίας τόποι. Με ατό ο παπά Νικόλας ήσην αν μιτσίκο χούι. Τζάπου να βρισκούτουν, σο μεϊτάνι για σην εκκλεσία μπέσου βρίσκην κάμα, χελέ τις 'ναίτσες.
Ατέ του παπά τα τερτίπε έφτασαν σου Δεσπότη τα τία.
Ατό τη μία, ο Δεσπότ' ήρτην αν Τζερετζή σο χωρίο να ιδεί μο τα φτάλμα του τζαι να κούσει μο τα τία του, πα ειπεί ο παπάς τεϊ. Πην σην Εκκλεσία, είδεν τι κι ο παπάς έβκαλην τη λειτουργία ταμάμ. Εξήγησε το Ευαγγέλιο, δώτζην τις ευλογίες του σο μεντζιλίση, τιδέ στέρου φίλσην τζαι του Δεσπότη το σέρι σο Ιερό πέσου..

Ο Δεσπότ είπεν τι κι: «Είδα τα κι ψαλαίνεις Βυζαντινή Μουσική τζαι εξήγησες το Ευαγγέλιο αούτζι κι, γω πάλι τζο πορήγκα ν'τα πασαρέψω. Με οι χωρώτοι έχουν στη σένα παράπονο». «Πωτς ένι το παράπονο Δεσπότη Εφεντή;» είπεν τι ο παπάς. Ο Δεσπότ' έκρουσην το δισώμι του παπά μακούσκα τζαι είπεν τι κι: «Παπά μου, λέν τι κι βρίζεις πολύ κάμα σα τούρτσικα, χελέ τις ΄ναίτζες!». «Δεσπότ' εφεντή», είπεν τι ο παπάς, «οϊλέ ισέ, εδό να νεγκώσουμε αν κούτι σου χωρού τα σοχάχα».
Πίρ μου δεβούν σο δεύτερο το σοχάχι, έβγκην μπρό τουνε αν ταζό νύφη τζαι είπεν τι κι: «Dεσπότ' εφεντή τουρ χαλέ τουρ». Η 'ναίκα έμπην πέσου σην ασερώνα. Ο Δεσπότ' μο τον παπά πόμειναν σ' ης στράτας τη μέση. Πεσλετίσκαν να νάρτει η νύφη να φέρει παχσίσι σο Δεσπότη.
Σα δυο τρία τακκέδες στέρου έβγκην η ΄ναίκα τζαι είπεν τι: «Χάιτιστι δεβάτε άμετε!». Ο Δεσπότ' ρώτσεν τη 'ναίκα: «Τιτί μας κράτησες σ'ης στράτας τη μέση;» Είπεν τι τζαι η 'ναίκα: «Η πεθερά μου είπε με κι: 'Τζας δεβαίνει ο Δεσπότ, ερ να θέκεις τα βα σην κρουτσίστρα, το πουλία α βκουν ΄υμνά τα γουργούρα τουν».
Γουτούρσην ο παπάς, σηκώθαν του γενού του τζαι του
τσουφαλού του τα τσάρα. Ρώτσεν
τη ναίκα: «Πού ένι η πεθερά σου
αρέτζα;» Το τουβεκέλ η ναίκα
δώτζην το τζεβάπι του: «Χάθην».
Γαπάρσην του παπά η χολή:
«Σενί που ντουνιατά, γαϊνανανί
τα ο ντουνιατά σικίμ*». Στέρου
'υρίστη σο Δεσπότη τζαι είπεν τι:
«Δεσπότ' Εφεντή, που γερέ πεν ντιλιμί τουταμάμ!»
Είπεν τι τζαι ο Δεσπότης κι: «Ασκ ολσούν, αφήενταί σοι αι αμαρτίαι!»
Απιδού ΄στέρου ο παπάς το στόμα του τζο κρατήγκεν dα. Βρίσκην τζαι μο του Δεσπότη το ιζίνι.
* Αυτή η πρόταση δεν αποδίδεται κατά λέξη στην καθομιλουμένη.

Ερμηνεία
Ο Δεσπότης και η κλώσσα.
Στην πατρίδα μας (Καππαδοκία) οι παπάδες στα χωριά πολλά γράμματα δεν κατείχαν. Έψελναν και διάβαζαν το Ευαγγέλιο στα ελληνικά και στα τουρκικά (καραμανλίδικα). Μα μήτε τα ελληνικά καταλάβαιναν μήτε τα τουρκικά.
Όμως, σ' ένα χωριό ήταν ο παπά Νικόλας, πολύ διαβασμένος παπάς. Έβγαλε το μεγάλο σχολείο στο Ζιντζίτερε (Μονή Αγίου Προδρόμου στα Φλαβιανά). Αυτός ο παπά Νικόλας, και διάβαζε το Ευαγγέλιο σωστά και έβγαζε λόγο να καταλάβουν οι χωρικοί το νόημά του. Ήταν σπουδαγμένος με τη Βυζαντινή μουσική και η φωνή του έβγαινε κελαρυστά σαν το νεράκι στο ρέμα. Όπου τον καλούσαν πήγαινε: στα άλλα χωριά που δεν είχαν παπά, στα ερείπια, όπου υπήρχαν τόποι παλαιών εκκλησιών. Μα ο παπά Νικόλας είχε ένα μικρό ελάττωμα. Όπου και να βρισκόταν στο ύπαιθρο ή στην εκκλησία μέσα, έβριζε άσκημα, κυρίως τις γυναίκες.
Αυτά τα τερτίπια του παπά Νικόλα, έφτασαν κάποτε στα αυτιά του Δεσπότη.
Μια και δυο, ο Δεσπότης κάποια Κυριακή ήλθε στο χωριό να δει με τα μάτια του και ν' ακούσει με τ' αφτιά του, τί τάχα θα έλεγε ο παπάς. Πήγε στην Εκκλησία και είδε πως ο παπάς έβγαλε τη λειτουργία τέλεια. Εξήγησε το Ευαγγέλιο, έδωκε τις ευλογίες του στο πλήρωμα της Εκκλησίας και στο ύστερο φίλησε το χέρι του Δεσπότη στο Ιερό μέσα.
Ο Δεσπότης του είπε: «Είδα πως ψέλνεις Βυζαντινή Μουσική και εξήγησες το Ευαγγέλιο έτσι που ούτε κι εγώ θα μπορούσα να τα καταφέρω. Μα οι χωριανοί έχουν από σένα κάποιο παράπονο». «Ποιο είναι το παράπονο Δεσπότη Αφέντη;» ρώτησε ο παπάς. Ο Δεσπότης τον χάιδεψε φιλικά στον ώμο και του είπε: «Παπά μου, λένε πως βρίζεις τούρκικα πολύ άσκημα, ιδίως τις γυναίκες». «Δέσποτα Αφέντη», είπε ο παπάς, «αν είναι έτσι, έλα για λίγο να κάνουμε ένα γύρο στα σοκάκια του χωριού».
Πριν περάσουν στο δεύτερο σοκάκι βγήκε μπρος τους μια νιόπαντρη νύφη και είπε: «Δεσπότη Αφέντη, σταθείτε καλέ για λίγο».
Η γυναίκα μπήκε μέσα στην αχερώνα. Ο Δεσπότης με τον παπά απόμειναν στη μέση της στράτας. Περίμεναν πως η νύφη θα φέρει κάτι μπαξίσι για το Δεσπότη.
Ύστερα από δυο τρία λεπτά, βγήκε η γυναίκα και είπε: «Άντε περάστε και πηγαίνετε!» Ο Δεσπότης ρώτησε τη γυναίκα: «Γιατί μας κράτησες στη μέση της στράτας;» Η γυναίκα απάντησε με αφέλεια: «Μου είπε η πεθερά μου ότι, καθώς περνάει ο Δεσπότης, αν βάλεις τα αβγά στην κλώσσα, τα πουλάκια θα βγουν γυμνολαίμικα».
Λύσσαξε ο παπάς, σηκώθηκαν οι τρίχες από τα γένια και από την κεφαλή του. Ρώτησε τη γυναίκα: «Πού είναι τώρα η πεθερά σου;» Η γυναίκα απάντησε πως: «Πέθανε!» Άστραψε και βρόντηξε ο παπάς, και είπε στη γυναίκα: «Εσένα σ' αυτή τη ζήση και την πεθερά σου στον άλλο κόσμο να βατεύω».
Ύστερα γύρισε στο Δεσπότη και είπε:
«Δέσποτα Αφέντη, τέτοιες ώρες εγώ δεν μπορώ να κρατήσω τη γλώσσα μου!»
Είπε και ο Δεσπότης
«Με τις υγείες σου, συχωρεμένες οι αμαρτίες σου!»
Από δω κι ύστερα ο
παπάς δεν κρατούσε πια τη
γλώσσα του. Έβριζε τις γυναίκες και με την άδεια του
Δεσπότη!
Αφηγητής: Η μητέρα μου Δέσποινα Παπαδοπούλου του Τσιαγμέν από το Σαττί Φαράσων. Ήλθε πριν από την Ανταλλαγή με δικά της έξοδα το 1923. Στα Γρεβενά συνάντησε και παντρεύτηκε τον Βασίλειο Παπαδόπουλο του Παπά Μάρκου από το Σαττί. Συνέντευξη στο Πλατύ Ημαθίας, καλοκαίρι 1949.
