Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 4 από 12

Τους να πλερωθεί ο χρος

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

4. Τους να πλερωθεί ο χρος.

( Σαττί )

Σο χωρίο ερχούσαντε οι Αϊτιννούδες μο τα πρόβατα τζαι τα γίδε να βοστσίσουν σο τσαΐρι. Δίγκαν σις χωρώτοι μαλλί, τυρί τζαι γάτου άλειμα τζαι παίρκαν κοτσί, κθάρι τζαι τζαχρί. Ατό τ' αλισφερίσι ινούτουνι τάιμα την άνοιξη τζαι πομέγκαν οι Τσομπάνοι χως το Μαθόπωρο.

Ήτουν τζ' αν περισάν Γιουβάν σο χωρίο μας, ήσην τζ΄ αν τουβεκέλ κορτζόκκο εννέ δέκα χρονών. Πήρην στ' εν τσομπάνο άλλειμα τζαι τυρί, με τζο δώκεν στη μερέ του κοτσί, κθάρι. Είπεν τι: «Να σα τα δώκω στ' αώνι τ' άβου τη βdομάδα».

΄Ηρτεν ο νομάτ τ' άβου τη βdομάδα, πάλι τσού 'σεν ντα δώσει.

Ήρτεν σο τρίτο φορά. Ο περισάν Γιουβάν τσού 'τουνε σο σπίτι με έβγκην το κορτζόκκο σο θύριν μπρο. Ρώτσεν τα ο νομάτ: «Πού ένι ο τατάς σου;» Είπεν dι το κορτζόκκο σο νομάτι: «Ο τατά μου πην σο τσαΐρι, τσάπου χα δεβούν τα πρόβατα να καρφώσει παλούχα τζαι να δεβάσει γκαθώνα τέλι.

Τσας δεβαίνουν τα πρόβατα να τοχαντίσουν τα πόστα τουν σο γκαθώνα το τέλι, να πομείνει το μαλλί, να σωρέψει ο τατά μου, ντα πουλήσει τζαι να δώσει ση σένα το χρο του».

Χερχαλτέ το κορτζόκκο ήτουν δασκαλεμένο στον τατά του.

Ο Νομάτ γιάσην μο του τουβεκέλ κορτζοκκού το κατζί.

Είπεν τι τζαι το κορτζόκκο: «Αλισιήν γιοννεντί dε κιουλιόν!»

Ερμηνεία

Πώς να πληρωθεί το χρέος.

Στο χωριό έρχονταν οι Αϊτιννούδες (Τσελιγκάτα από το Αϊδίνιο) με τα πρόβατα και τα γίδια να βοσκήσουν στα λιβάδια. Έδιναν στους χωρικούς μαλλί, τυρί και βούτυρο γάλακτος και έπαιρναν σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι. Αυτές οι δοσοληψίες γίνονταν πάντα το καλοκαίρι. Οι Τσομπάνοι παρέμεναν ως το Φθινόπωρο.

Ήταν στο χωριό μας κι ένας ταλαίπωρος Γιάννης, είχε και ένα αγαθό κοριτσάκι εννιά δέκα χρονών. Πήρε από ένα τσομπάνο τυρί και βούτυρο, μα δεν έδωσε από τη μεριά του σιτάρι και κριθάρι. Του είπε: «Να σου τα δώσω στο αλώνι την άλλη εβδομάδα».

Ήλθε ο άνθρωπος την άλλη εβδομάδα, πάλι δεν είχε να του δώσει. Ήλθε για τρίτη φορά. Ο ταλαίπωρος Γιάννης δεν ήταν στο σπίτι, μα βγήκε μπροστά στην πόρτα το κοριτσάκι. Τη ρώτησε ο άνθρωπος: «Πού είναι ο πατέρας σου;» Είπε το κοριτσάκι με αφέλεια στον άνθρωπο: «Ο πατέρας μου πήγε στο λιβάδι από κει

που θα περάσουν τα πρόβατα να

μπήξει παλούκια και να δέσει

αγκαθωτό σύρμα. Καθώς περνούν τα

πρόβατα θα σκαλώνουν οι προβιές

στο αγκαθωτό σύρμα. Θα μείνει το

μαλλί, να το μαζέψει ο πατέρας μου,

να το πουλήσει και να δώσει σε σένα το χρέος του».

Ασφαλώς το κοριτσάκι ήταν δασκαλεμένο από τον

πατέρα του. Ο άνθρωπος γέλασε με την απάντηση

του αγαθού κοριτσιού. Είπε τότε και το κορίτσι:

«Σιγούρεψες πως θα πάρεις τα λεφτά σου και

χαμογελάς ευτυχισμένος!»

Αφήγηση: Ανάστα του Τσιαγμέν, αδελφή της μάνας μου, σύζυγος του Σάββα Αλεκόζη. Από το Σαττί Φαράσων. Δύο παιδιά της, τον Αντώνη και Δημήτρη, τα πήρε στις Η Π Α ο αδελφός του πατέρα τους, το 1955.