Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 6 από 12
Η νύφη του τζο κρατήγκην τ' ώνεμα
6. Η νύφη του τζο κρατήγκην τ' ώνεμα.
( Ταστσί )
Σο μεμλεκέτι το ταζό η νύφη μπαίγκην σο σπίτι του γαμπρού τζαι απιδέ στέρου ινούτουν ένα μο το χοροντά του πεθερού. Το σάσι του τζο πρέφτει να 'κουστεί στην πεθερά, στον πεθερό τζαι στα φσόκκα του σπιτού νε στα μιτσίκα. Άλεϊ μο τ' ώνεμα μπορήγκην να ειπεί ατό του θέλει. Τζας βρίσκην τα ζόρε γιαναστέγκην σ' ε μιτσίκκο κορτζόκκο τζαι γιαβάσα γιαβάσα λέγκην τα ατό του ΄υρεύει, τζαι τζείνο πααίγκην ντα ειπεί σ'ην πεθερά για σ'ον πεθερό.
Με σε χωρίος ήτουν α νύφη, λέγκαν τα “ατσίκ τσενέ”. Η γώσσα του ήτουν “καλπατούνι”, τίπους τζο κρατήγκην μπέσου του. Για σην πεθερά, για σον πεθερό δίγκεν τάιμα λυκούσκα τζεβάπα. Κανείς τσο πορήγκην να τοχαντίσει σο μητέ του.
Α ημέρα, σ'η στσάιδη τζας ξυγανίσκαν τζαχρία, είπεν τι ο πεθερός τ΄ς κι: «Ε΄ νύφη, σήμουρου ερ να κρατήσεις τ' ώνεμα χως τη βραδύ α σα πάρω α φιστάνι γουτνουνώνα».
Με ο πεθερός, η πεθερά τζ' οι συνυφάδες πασλάτσαν αν τετικοντού τσιπ του χωρού τα μασάλα. Η νύφη κρατήθη άλεϊ α σαχάτι. Ποίτσην σαπούρι με χέμεν τζίριξεν «σενίν αλατζαγηνήν γουτνουνούν ιτσινέ σιτσάριμ, τσατλατηρατσάξινις μπενί;»
Τζαι απιδέ στέρου τάιμα τσενέ ατσίκ σ' νύφ'.

Ερμηνεία
Η νύφη που δεν κρατούσε την αλαλία.
Στην πατρίδα η νεόνυμφη έμπαινε στο σπίτι του γαμπρού και από εκεί κι ύστερα γινόταν ένα με την οικογένεια του πεθερού. Η φωνή της δεν πρέπει να ακουστεί στην πεθερά, στον πεθερό και στα αγόρια του σπιτιού, ούτε στα πιο μικρά. Μόνο με νοήματα μπορούσε να πει αυτό που θέλει. Όταν έβρισκε τα ζόρια, πλησίαζε ένα μικρό κοριτσάκι και πολύ σιγά του έλεγε αυτό που θέλει, κι εκείνο πήγαινε να το πει στην πεθερά ή στον πεθερό.
Μα σ' ένα χωριό ήταν μια νύφη που την έλεγαν “ανοιχτό σαγόνι”. Η γλώσσα της ήταν “τανάλια”, δεν κρατούσε τίποτε μέσα της. Και στην πεθερά ή στον πεθερό έδινε πάντα “αλμυρές” απαντήσεις. Κανείς δεν μπορούσε να της χαλάσει τη διάθεση.
Μια μέρα, στη σκιά καθώς ξεφλούδιζαν καλαμπόκια, της λέει ο πεθερός της:
«Ε΄ νύφη, σήμερα αν κρατήσεις την αλαλία ως το βράδυ θα σου αγοράσω ένα φουστάνι μεταξωτό».
Μα ο πεθερός, η πεθερά κι οι συννυφάδες άρχισαν ένα κουτσομπολιό για όλου του χωριού τα ανέκδοτα. Η νύφη κρατήθηκε μόνο για λίγη ώρα. Έκαμε υπομονή, μα ξαφνικά ξέσπασε: «Να χ... μέσα στο μεταξωτό φόρεμα που θα μου πάρεις, θέλετε να με σκάστε εμένα;»
Και από δω κι ύστερα το στόμα της νύφης απύλωτο!
Διήγηση: Αβέργιος Καραμουρατίδης από τα Φάρασα. Χορευτής και χορογράφος. Το 1959 στο Πλατύ Ημαθίας οργανώσαμε χορευτική ομάδα και χορωδία. Με χορούς και τραγούδια πραγματοποιήσαμε τα Πρωτοχρονιάτικα δρώμενα των Φαράσων.
Σημείωση.
Η αλαλία, αλαγιά ή ώνεμα (νόημα) αποτελούσε θεσμό απαράβατο σε όλη την Ανατολία αδιακρίτως θρησκείας. Κατά μία παράδοση, προχωρούσε ένα καραβάνι με καμήλες ανάμεσα σε δέντρα. Προηγείτο ο πεθερός και ακολουθούσε η νεόνυμφη με το μωρό στις φασκιές. Το μωρό με τις φασκιές σκάλωσε σε ένα κλαδί. Η μάνα του δεν μπόρεσε να ενημερώσει άμεσα τον πεθερό λόγω του θεσμού της αλαλίας. Όταν τα κατάφερε να πει τον πόνο της τραγουδώντας, και γύρισε ο πεθερός να βρει το μωρό, τα αρπακτικά πουλιά το είχαν κατασπαράξει! Ήταν γνωστό μάλιστα στα τουρκικά και ένα λυπητερό τραγούδι που εξέφραζε τον πόνο της μάνας.
Στην Αξό «Για πολύ χρονικό διάστημα, πέρα από χρόνο ή και δυο το στόμα της νύφης ήτο κι έπρεπε να μένει κλειστό, 'να κρύψ' νύφχότ'. Κανείς από τους σπιτικούς, χωρίς να εξαιρεθούν ούτε οι μικροί κουνιάδοι, δεν άκουγε ποτέ τη λαλιά της! Σεβασμού τάχα ένεκα».
Γεωργίου Π Μαυροχαλυβίδη, «Η Αξό Καππαδοκίας», Αθήνα 1990, τ. ΠΡΩΤΟΣ, σελ. 221.
Και στη Σύλλη Ικονίου: «Η πεθερά ήταν ο αδιαφιλονίκητος αφέντης, αποκτούσε το δικαίωμα να καπνίζει και να 'ρακοποτεί' και με την εθιμικά καθιερωμένη αλαγιά απαιτούσε απόλυτο σεβασμό από τη νύφη. Η νύφη απαγορευόταν ακόμα και να της απευθύνει το λόγο».
Τάκη Α Σαλκιτζόγλου, «Η Σύλλη του Ικονίου. Μία ελληνική κωμόπολη στην καρδιά της Μικράς Ασίας» Ι. Μ. Ε., Αθήνα 2005 σελ. 141.
Το έθιμο της αλαλίας το διατήρησαν εδώ στην Ελλάδα οι Φαρασιώτες
τουλάχιστον ως τη δεκαετία του '50 κατά προσωπική μου εμπειρία.
Σε ένα χωριό της Κοζάνης
επισκέφτηκα με τον πατέρα μου την
αδελφή του, το 1951. Ήμουνα 21 ετών
και τότε μόλις την πρωτογνώριζα. Η θεία
είχε ένα γιο στρατιώτη και άλλα τρία τέσσερα παιδιά. Μας έστρωσε το τραπέζι
στο χαγιάτι του ορόφου όπου καθίσαμε
ο πατέρας μου και ο πεθερός της.
Η αδελφή του πατέρα μου με την
πεθερά της κάτω στο τελευταίο σκαλί
χαμηλά άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν
και να τρων. Βλέπαμε μόνο τα χείλη
τους αλλά δεν ακούγαμε φωνή!

Και ένα άλλο περιστατικό πάλι σε χωριό της Κοζάνης το 1950 :
Ο πεθερός προσπαθούσε να καρφώσει ένα παλούκι στον τοίχο για να δέσει την κατσίκα. Από τη μέσα πλευρά του τοίχου ήταν η καπνοδόχος από το τζάκι και ο τοίχος ήταν μονό τούβλο και ευαίσθητο. Καθώς χτυπούσε από έξω με το σφυρί, έπεφταν τα τούβλα στο τζάκι. Ήμουν κοντά στον πεθερό (θείο μου) από την έξω μεριά. Θα μπορούσε να μιλήσει σ' εμένα η νύφη αλλά ήμουν εξάδελφος και κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον άντρα της. Άρα ίσχυε και για μένα τ' ώνεμα (νόημα).
Ώσπου να βρει ένα μικρό γειτονόπουλο να ενημερώσει τον πεθερό, γκρέμισε μεγάλο μέρος από τον τοίχο της καπνοδόχου.
Ρώτησα το θείο μου, γιατί δεν καταργεί αυτό το έθιμο της αλαλίας στην οικογένειά του. Μου λέει: «Στην οικογένεια βρίσκονται τρεις νυφάδες και με την πεθερά κάνουν τέσσερις γυναίκες. Φαντάζεσαι τί θα γίνει αν όλες έχουν το “δικαίωμα” να βγάζουν γλώσσα κάθε ώρα όλη μέρα;
Ας πάει λοιπόν και ο τοίχος χάρη στο έθιμο!»
