Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 5 από 12
Το μέλι σου Μίντο το τσανάχι
5. Το μέλι σου Μίντο το τσανάχι.
Σ' ε χωρίος ήτουν α 'ναίκα τουλ γαρί. Είσην α γιος, λέικο τουβεκέλ, λέγκαν dα 'Ρέστη.
Ατέ τη μία ήρταν δύο εργάτοι,
ο Κωσταΐνος τζαι ο Λεόντης να
υπάνε σο χωράφι να νάσουν τεΐ. Το
σήρο η 'ναίκα ήφαρην μπρό τουν
μπαζλαμάδα, σ' εν τάσι γιαούρτι τζαι
σ' ε χωμάτινο τσανάχι μέλι να φαν
οι εργάτοι. Το φσόκκο, οχτώ, εννέ
χρονών, παίσκην μο το στσυλί του,
το Μίντο, όξου σο χαβλού τουνε.
Οι εργάτοι έφαγαν το μέλι τζαι στρίγκσαν το 'Ρέστη να φέρει τσάβου μέλι 'πο πέσου. Η 'ναίκα ήτουν σην κουζίνα τζαι χαζιρλατίσκεν τη χρεία σ'ις εργάτοι. Ήρτεν το φσόκκο πήρεν το χωμάτινο τσανάχι τζαι πήν 'έμωσέν τα μέλι. Ήφαρην dα τζαι έθατσέν dα σ'ις εργάτοι μπρό.
Ο Λεόντης είδεν το τσανάχι γεμοσμένο μέλι, είπεν τι σον Ρέστη κι: «Ε φσόκκο ατέ το τσανάχι γέμωσές τα μέλι, ερ ντα ιδεί η μά σου α χολιεστεί». «Τιδέ σο τίπος να χολιεστεί», είπεν dι το φσόκκο, «σο μέλι πέσου ξείλσεν α ποντίτζι τζαι μεις τζο τρώμ' απ' ατό το μέλι».
Ο Κωσταΐνος χέμεν πιρτέν πιρέ τάνσην το τσανάχι μο το μέλι κόνσεν dα όξου σο χαβλού. Το φσόκκο σιτσιράτσεν τσίριξεν: «Ω νιμά! Ο Ταή μου ο
Κωσταΐνος κόνσην το τσανάχι του Μίντο
σο χαβλού, ποίτσεν dα τελέφι».
Μέρσεμ ατό το μέλι τζο θέκναν τα
σου τρώγκαν ατσείνα τα τάσα πέσου με
θέκναν τα σου στσυλού το τσανάχι, είχαν
dα άλεϊ για τις μουσαφίρτοι. Οι εργάτοι
χολιέσταν σηκώθαν έφυαν δεχούς κατσία.
Πόμεινεν το σήρο η 'ναίκα δεχούς εργάτοι.
Dεμέκ, σ'το τζανό τζαι σ'το δομένο
μαθαίνεις το ληθότικο.


Ερμηνεία
Το μέλι στη γαβάθα του Μίντο.
Σ' ένα χωριό ήταν μια χήρα γυναίκα. Είχε ένα γιο λίγο αγαθό, τον έλεγαν Ορέστη.
Κάποτε ήλθαν δυο εργάτες, ο Κωνσταντίνος και ο Λεόντης για να πάνε στο χωράφι να οργώσουν. Η χήρα γυναίκα έφερε μπροστά τους ξεροτήγανα, σε ένα πιάτο γιαούρτι και σε μια πήλινη γαβάθα μέλι για να φάνε οι εργάτες. Το αγοράκι, οχτώ εννιά χρονών, έπαιζε έξω στην αυλή με το σκύλο του, το Μίντο.
Οι εργάτες έφαγαν το μέλι και κάλεσαν τον Ορέστη να φέρει και άλλο μέλι από μέσα. Η γυναίκα ήταν στην κουζίνα και ετοίμαζε τα χρειαζούμενα για τους εργάτες. Ήλθε το αγοράκι, πήρε την πήλινη γαβάθα και πήγε στο κελάρι, τη γέμισε ως απάνω μέλι. Έφερε τη γαβάθα και την έβαλε μπρος στους εργάτες.
Ο Λεόντης είδε τη γαβάθα γεμάτη μέλι και είπε στον Ορέστη: «Βρε παλικαράκι αυτή τη γαβάθα τη γέμισες μέλι, αν το δει η μάνα σου θα θυμώσει». «Για δες, γιατί να θυμώσει», είπε το αγόρι, «μέσα στο μέλι έπεσε ένας ποντικός και μεις δεν
τρώμε από αυτό το μέλι».
Ο Κωνσταντίνος αμέσως με μιας, άρπαξε τη γαβάθα με το μέλι και την πέταξε έξω
στην αυλή. Το αγοράκι τινάχτηκε, τσίριξε:
«Μαμά! Ο μπάρμπα Κώστας πέταξε τη
γαβάθα του Μίντο στην αυλή, την έκαμε
θρύψαλα».
Ώστε, αυτό το μέλι δεν το έβαζαν μέσα
στα πιάτα που έτρωγαν εκείνοι αλλά το έβαζαν στη γαβάθα του σκύλου μόνο για τους επισκέπτες. Οι εργάτες θύμωσαν και σηκώθηκαν έφυγαν αμίλητοι. Έμεινε η χήρα γυναίκα δίχως εργάτες.
Ώστε, από μωρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.
Αφήγηση: Σάββας Παπαδόπουλος. Την ημέρα του γάμου του, αμέσως μετά τη στέψη τον συνέλαβαν οι τζανταρμάδες που περίμεναν έξω από την Εκκλησία. Επιστρατεύτηκε μαζί με τον παράνυμφο (πατέρα μου) και κατετάγησαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταπιρλαρί). Συνέντευξη στο Πλατύ Ημαθίας, 1955.
