Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 12 από 12
Τούς παραδόθη η νύφη σο δεφό του σεμαδεμένου του
12. Τούς παραδόθη η νύφη σο δεφό του σεμαδεμένου του.
( Σαττί )
Στα Φάρασα τη γλώσσα που μιλούσαν (ιδίωμα της καππαδοκικής) την έλεγαν “ρωμάκα” ή “το μέτρο η γώσσα”. Παρουσιάζω ένα διάλογο εγγονού με τη γιαγιά:
- Εbέ , ατό το μέτρο, τούς γώσσα ένι, νέ τούρτζικα νέ τα ελλενικά.
-Τα ρωμάκα ογλούμ, ένι του Χριστού η γώσσα.
- Ο Χριστός ήτουν Γιαχουτής, τούς τα κατέσκην τα ρωμάκα;
- Ο Χριστός τζαι οι Απόστολοι, κατέχκαν τσιπ τις γώσσεις ογλούμ.
- Σκολείου είχατι σο Σαττί;
- Είχαμι αν ασερώνα, καθούμεστι σου προβάτου τα πόστα. Γω πιάγα πεντέξι μήνες τζαι 'στέρου ο δάσκαλους χάθην.
- Άβου δάσκαλους τζού 'ρτην;
- Στα δύο χρόνοι στέρου γω σεμαδεύτα τζαι πόμεινα.
- Τούς μαθαίνκητι τα γράμματα;
- Πι αλφα πα, νι αλφα να, γάμα γιώτα γι, άλφα. . .Πα-να-γί-α Θε-ο-τό-κος. Ατζεί Συλλαβίσκαμη
- Το Ευαγγέλιο τούς τα λέγκης;
- Ατό τζο πορώ ντα συλαβίσου.
- Οι άντροι σας, του ήσαντι μακρά, σ' οποίο τη γώσσα γράφκαν;
- Ατζείνα γράφκαν τούρτζικα μο το ελλενικό αλφαβήτα. Ά 'φορά το μόν ο γιός ο Κοσμάς, πήν σην Αμέρικα τζαι πήταξην α μεκτούπι. Σ'ην άκρα του έγραψην τζαι α 'ράδα σα ρωμάκα: «έχουμι τζαι πέντα ημέρες του έβκαμι στο βαπόρι». Σωρεύταν τσιπ του σπιτού οι άντροι, τζο πόρκαν να γροικίσουν πώς υρεύει να ειπεί σα τούρτζικα. Η πεθερά μου η μακαρισμένσα, τούρτζικα τζο κατέσκη, με τσαπούς ήξην το που δεβάζουν, γροίκσεν dα τζαι είπεν: «ε φσόκκα! πώς εν το ζόρι σας; Δέβαν πέντα ημέρες του έβκαν στο βαπόρι. Απι τζεί στέρου έγραψαν το μεκτούπι!».
- Εbέ μου, πόσα χρονώ παραδώθης;
- Κατέχουτα γουζί μου; Σα δώδεκα σεμαδεύτα σον Κοσμά. Δέβαν πεντέξι μήνες, στέρου ο σεμαδεμένος μου σκοτώθην σο ρουσί. Στρέρου παραδώθα σο δερφό του το Μάρκο του ενότουν παπάς τζαι σον πρώτο μας γιο δώκαμ το όνυμα Κοσμάς.
- Σεμαδεύτης τό 'ινα τζαι στέρου παραδώθης σ' άβου τον αδεφό;
- Τσάπους ήμουν σα πεθερικά μου ενόμουν ένα μετ' ετζείνους. Στέρου κανείς τζο μα παίρκειν! Τούς χα να ΄υριστώ σο σπίτι μου;
Ερμηνεία
Πως παντρεύτηκε η νύφη με τον αδελφό
του αρραβωνιαστικού της.
- Γιαγιά, αυτή η δική μας γλώσσα, τί γλώσσα είναι, ούτε τούρκικα
ούτε ελληνικά.
- Τα ρωμάκα γιόκα μου, είναι του Χριστού η γλώσσα.
- Ο Χριστός ήταν Εβραίος, πώς και κατείχε τα ρωμάκα;
- Ο Χριστός και οι Απόστολοι, κατείχαν όλες τις γλώσσες* μωρό
μου.
- Σχολείο είχατε στο Σαττί;
- Είχαμε μια αχερώνα, καθόμασταν στις προβιές. Εγώ πήγα πέντε
έξι μήνες και ύστερα πέθανε ο Δάσκαλος.
- Άλλος δάσκαλος δεν ήλθε;
-Ύστερα από δυο χρόνια εγώ αρραβωνιάστηκα και απόμεινα.
- Πώς μαθαίνατε τα γράμματα;
- Πι άλφα πα, νι άλφα να, γάμα γιώτα γι, άλφα. . .Πα-να-γί-α Θε-ο-
τό-κο. Συλλαβίζαμε.
- Το Ευαγγέλιο πώς το έλεγες;
- Αυτό δεν μπορώ να το συλλαβίσω (!).
- Οι άντρες σας που ήταν μακριά σε ποια γλώσσα έγραφαν;
- Εκείνοι έγραφαν τουρκικά με ελληνικό αλφάβητο. Μια φορά ο γιος
μου Κοσμάς, πήγε στην Αμερική και έστειλε γράμμα. Στο τέλος
έγραψε και μια αράδα στα ρωμάκα: «έχουμε και πέντε ημέρες που
βγήκαμε από το βαπόρι». Μαζεύτηκαν όλοι οι άντρες του σπιτιού,
δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το τί θέλει να πει στα τουρκικά. Η
πεθερά μου η μακαρίτισσα, τουρκικά δεν κατείχε, όμως καθώς
άκουσε αυτό που διαβάζουν, κατάλαβε και είπε. «Βρε παιδιά ποιο
είναι το ζόρι σας; Πέρασαν πέντε ημέρες που βγήκαν από το βαπόρι.
Από εκεί κι ύστερα έγραψαν το γράμμα!»
- Γιαγιά μου πόσα χρονών παντρεύτηκες;
- Μήπως ξέρω μωρό μου; Στα δώδεκα αρραβωνιάστηκα με τον
Κοσμά. Πέρασαν πέντε έξι μήνες, ύστερα ο αρραβωνιαστικός μου
σκοτώθηκε στο βουνό. Ύστερα παντρεύτηκα με τον αδελφό του τον
Μάρκο που έγινε Παπάς, τον πρώτο μας γιο είπαμε Κοσμάς.
- Αρραβωνιάστηκες με τον ένα και ύστερα παντρεύτηκες με τον
αδελφό του;
- Καθώς ήμουν στα πεθερικά μου, έγινα ένα με εκείνους Ύστερα
κανείς δε θα με έπαιρνε. Πώς θα γύριζα στο σπίτι ;
* «και ήρξαντο λαλείν εταίραις γλώσσαις... ήκουον είς έκαστος τη ιδία διαλέκτω λαλούντων».
Πράξεις Β, 6
Από το διάλογο προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα:
1. Οι Φαρασιώτες είχαν συνείδηση του γεγονότος πως η γλώσσα που μιλούσαν είναι "η
γλώσσα του Χριστού" των ελληνιστικών χρόνων, κάτι ξεχωριστό από τα νέα ελληνικά.
2. Στα τέλη του 19ου αιώνα, στο Σαττί πήγαιναν στο σχολείο, έστω και για λίγο χρόνο, και
τα κορίτσια!
3. Η διδασκαλία ακολουθούσε τη μέθοδο του "συλλαβισμού".
4. Αρραβώνιζαν, "σεμάδευαν", τα κορίτσια από 12 χρονών. Πιθανόν παλιά να στιγμάτιζαν
την αρραβωνιασμένη στο μέτωπο με ένα σημάδι και έκτοτε την έλεγαν “σεμαδεμένη”.
5. Η "σεμαδεμένη" πήγαινε και έμενε στην οικογένεια του μέλλοντος άντρα της πριν από
το γάμο.
Σε περίπτωση που "χανόταν" (με οποιοδήποτε τρόπο) ο αρραβωνιαστικός, τη
σεμαδεμένη την “χρεωνόταν” άλλος αρσενικός της οικογένειας, εφ' όσον υπήρχε
"διαθέσιμος".
Ο Διάλογος είναι αυθεντικός. Η γιαγιά μου Ευλαμπία (παπαδιά του Παπά Μάρκου
Παπαδόπουλου από το Σαττί) ήταν 60 ετών περίπου και ο εγγονός 8 ετών. Αφήγηση: στο
Πλατύ Ημαθίας, το 1938.
Η Ευλαμπία σε 9 γέννες έκανε 12 παιδιά και απέκτησε 40 εγγόνια και χάρηκε αρκετά
δισέγγονα.
Μέχρι το θάνατό της (Φάρασα 1880; - Πλατύ 1955) έπλεκε, ύφαινε χαλί στον κάθετο
αργαλειό (στιέρι) και έλεγε παραμύθια στα εγγόνια της.
