Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 3 από 10
Αωπός τζαι το λαχτόρι
3. Αωπός τζαι το λαχτόρι.
Σα μπρο τον ταρό, ‘ς εν κουμάσι ήσαντε λια 'ρνίθε τζαι α ζόρι λαχτόρι. Τόινα τη μία έμπ’ αν αωπός σο κουμάσι να φα τα 'ρνίθε. Στάθη το λαχτόρι σον αωπό γνέντα. Μη τα φήτζει να πνίξει τα ρνίθε. Είπεν ‘τι κι: «Ε 'ρνιθού κλέφτη. Πώς ‘υρεύεις αδού; Ατό το κουμάσι εν το μόνα τζαι γω είμαι των 'ρνιθίουν ο τσουφαλάς». Είπεν ‘τι κι τζ’ αωπός: «Ατέ το κουμάσι εν το μόνα. Συ τίς είσαι τζαι μο το λειψό σου τ’ αχίλι ίνεσαι κουμασού αφτέν τζαι 'ρνιθίουν τσουφαλάς».
Πέττασεν αωπός σο λαχτόρι πάνου τζαι πιέσεν τα στο γουργούρι ντα πνίξει τεϊ. Είδεν το λαχτόρι κι πνίγεται. Νανόστε να νάβρει α δεβοσύνη, να κομπώσει τον αωπό. Είπεν ‘τι κι: «Έ ντόστη, άφτσε με τζαι μή με πνίξεις, τζαι ‘γω να σα υπώ αν αχιλλούς κατζί». Λέ’ ‘τι τζ’ αωπός: «Πέ με να ‘ούμε π’ α μα ειπείς». «Έ ντόστη», λέ ‘τι κι το λαχτόρι, «με ‘γω κουμασού αφτέν τζαι 'ρνιθίουν τσουφαλάς ίνομαι; Γω είμαι άλεϊ φυακιάρ’. Αφτέν του κουμασού είσαι συ. Χα τιδέ είπα σε τ’ αβούτζι αν ασλανίχι να ‘ουμε π’ α με ποικ τεϊ». Λε’ ‘τι τζ’ απός κι: «Ματέμ κι ‘ύρεψες να με ζαναχέπ’ πίσι λαχτόρι ραδέ, εμ μπρο αρέ να σε πνίξω, να σε παρτσαλατίσω τζαι τε στέρου να σε ποίκω α ζόρι φάεμα».

Είπεν τι τζαι το λαχτόρι κι: «Γροίξα τα κι στα σέρα σου κατιέν τζο γλιτώνω. Α με φας α υπά. Πιρ μη με φας, να γαπάς το Θεό σου, άφτσε με να βκώ ‘τζα σο δώμα πάνω ν’ αλήσω στερνά δύο τρία φορέδες, να πητάξω σελάμι σις χωρώτοι. Τζαι στέρου ποικ το κέιφι σου τζαι φα με μο το χουζούρι σου. Εδώ τζαι συ ντάμα μου να σεριανείς του χωρού τα κουμάσα». Είπεν ‘τι τζ’ αωπός κι: «Χύτα να βκούμε σο δώμα, να 'ινεί το στερνό σου το χατίρι».
Πέττασεν το λαχτόρι, έβκη σο δώμα. Ήρτε τζ’ αωπός κοντά του, στάθη παρέκει. Αωπός μετρά του χωρού τα κουμάσα, σαίρεται τα πουά 'ρνίθα του χα φα. Το λαχτόρι άλτσε δύο τρία φορές.
Τε στέρου σιτσιράτσεν σ’ απού τη χαραή, τσιρμαλάτσεν τα, έβκαλεν τα φτάλμε του ποίτζεν dα κοριένι. Αωπός ενότουν πουσμάνι. Νανόστε κι: «Απιδέ στέρου να νάχω τ’ αχίλι μου σο τσουφάλι μου, τζαι αβούτζι να μη με ζαναχεύει αν πίσι λαχτόρι. Ήτουν σα σέρε μου, κέσκε ντα φάω τσας τα είχα σα σέρε μου».
Σ'του λαχτορού το λάληλα ξύπνησαν οι χωρότοι ήρταν, πιέσαν τον κιορ αωπό, κόνσαν τα σον dερέ.
Έφαγαν, έπαν, έφτασαν σα μουράτε τουν.

Ερμηνεία
Η αλεπού κι ο κόκορας.
Στον παλιό τον καιρό, σ’ ένα κουμάσι (κοτέτσι) ήταν λίγες κότες και ένας θαρραλέος κόκορας. Κάποια φορά μπήκε μια αλεπού στο κουμάσι για να φάει τις κότες. Στάθηκε ο κόκορας αντίκρυ στην αλεπού για να μην την αφήσει να πνίξει τις κότες. Της είπε: «Βρε κλεφτοκοτά, τί γυρεύεις εσύ εδώ; Αυτό το κουμάσι είναι δικό μου και εγώ είμαι επικεφαλής των ορνίθων». Είπε κι η αλεπού: «Αυτό το κουμάσι είναι δικό μου. Ποιος είσαι εσύ και με το λειψό σου μυαλό, γίνεσαι αφεντικό στο κουμάσι κι επικεφαλής των ορνίθων».
Πήδηξε η αλεπού πάνω στον κόκορα και τον έπιασε από το λαιμό να τον πνίξει. Όταν είδε ο κόκορας πως πνίγεται, σκέφτηκε να βρει μια διαβολιά να ξεγελάσει την αλεπού. Της είπε λοιπόν: «Ε φιλενάδα, άφησέ με, μη με πνίξεις, κι εγώ θα σου δώσω μια σοφή συμβουλή». Λέει η αλεπού: «Πες μου να δούμε τί θα μου πεις». «Βρε φιλενάδα», λέει τότε ο κόκορας: «εγώ μπορώ να γίνω αφεντικό στο κουμάσι και επικεφαλής στις κότες; Εγώ είμαι μόνο ένας απλός φύλακας. Αφέντης στο κουμάσι είσαι εσύ. Να, εγώ σου είπα ένα αστείο να δούμε τί θα μου κάνεις». Η αλεπού απάντησε: «Αφού λοιπόν ήθελες να με κοροϊδέψεις βρωμιάρη κόκορα, πρώτα τώρα να σε πνίξω, να σε κατασπαράξω και να σε κάνω ένα θαυμάσιο γεύμα».
Είπε κι ο κόκορας: «Κατάλαβα πως από τα χέρια σου δεν γλιτώνω με καμιά δύναμη. Θα με φας και πάει. Όμως πριν με φας, αν αγαπάς το Θεό σου, άφησέ με να βγω στο δώμα πάνω να λαλήσω στερνά δυο τρεις φορές, να στείλω χαιρετίσματα στους χωρικούς. Και ύστερα κάμε το κέφι σου και με τρως με την ησυχία σου. Έλα κι εσύ μαζί μου να σεργιανίσεις τα κοτέτσια του χωριού». Είπε κι η αλεπού: «Τρέξε να βγούμε στο δώμα, να γίνει το στερνό σου χατίρι».
Πήδηξε ο κόκορας, βγήκε στο δώμα. Ήλθε κι η αλεπού κοντά του, στάθηκε παρέκει.
Η αλεπού μετράει τα κοτέτσια του χωριού, ενθουσιάζεται και χαίρεται τις πολλές κότες που θα φάει.
Ο κόκορας λάλησε δυο
τρεις φορές.
Και ύστερα σάλταρε στη
μούρη της αλεπούς, τη γρα-
τζούνισε, της έβγαλε τα μάτια,
την τύφλωσε.
Μετάνιωσε η αλεπού.
Σκέφτηκε πως: «Από δω και
στο εξής, να έχω το μυαλό
μου στο κεφάλι, κι έτσι να μη με κοροϊδεύει ένας χαζός, βρωμιάρης κόκορας.
Ήταν στα χέρια μου, μακάρι να τον έτρωγα όταν τον είχα στα χέρια μου». Από το λάλημα του κόκορα ξύπνησαν οι χωρικοί ήλθαν, έπιασαν την τυφλή αλεπού, την έριξαν στο ρέμα.
Έφαγαν, ήπιαν, έζησαν ευτυχισμένοι.
Αφηγητής: Ο παπά Θόδωρος Θεοδωρίδης, ο ιστορικός ηγέτης των Φαρασιωτών που εγκαταστάθηκαν στην Αττική.
Η Αμερικανική Οργάνωση Near East Relief τον έφερε δωδεκαετή με άλλα ορφανά (7000 ψυχές) από την Καισάρεια στην Κόρινθο το 1923, μετά την κατάρρευση του μετώπου και πριν από την Ανταλλαγή.
Παντρεύτηκε την Ανατολή, ορφανή από τον Πόντο προστατευόμενη του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Ο παπά Θόδωρος, υπηρέτησε ως εφημέριος και εξομολογητής σε διάφορους Ιερούς Ναούς των Αθηνών, Περιστερίου, Αγ. Παρασκευής και για πολλά χρόνια στην Παναγία τη Γρηγορούσα στην Πλάκα.
Υπήρξε συγγραφέας μονογραφιών (“Χυτάτε να υπάμε σ'ον Εζ' Βασίλη” κ.α.). Έγραψε το λεξικό της Φαρασιωτικής γλώσσας (αδημοσίευτο) και δημοσίευσε πλήθος άρθρα σε προσφυγικά έντυπα: “Προσφυγικός Κόσμος”, “Μικρασιατική Ηχώ”, σε συλλογικούς τόμους, στο ΔΕΛΤΙΟ του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, στη “ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ”, στα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ της Ένωσης Σμυρναίων.
Υπήρξε τακτικός συνεργάτης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών για πολλά χρόνια. Διετέλεσε για δεκαετίες Πρόεδρος του Ιστορικού Συλλόγου Φαρασιωτών Αττικής.
Συνιδρυτής με τον Σινασίτη Λάζαρο Τακαδόπουλο και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Καππαδοκικών Συλλόγων (Π. Ο. Κ. Σ.).
Επισκέφτηκε την Καππαδοκία με αποστολή του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και μελέτησε την περιοχή Φαράσων.
