Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 2 από 10

Το σοιρίδι τζ΄ο ασλάνος

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

2. Το σοιρίδι τζ΄ο ασλάνος.

Σα παλέ τις χρόνες τζας ήσανται τα καμήλε τελλάλοι τζ’ οι παντιτζοί ξουριστέροι, του ρουσού τα τζαναβάρα ποίκαν α μεντζιλίσι να ιδούν το κετζίμι τουν.

Πασλάτσαν να τζαναβαρίζουν, τους α 'ινεί να χωρίσουν το χαβλού τουν τζαι το τζυνή’ι τουν σο ρουσί τζαι σο ορμάνι.

Σηκώθην τζαι είπεν τι κι τζ’ αωπός: «Ε dόστοι, τε μπρο να βγκάλουμε τον τσουφαλά μας σο μεντζιλίσι».

Είπεν τι κι τζ’ ο ασλάνος χέμεν: «Γω είμαι ο πατισάχος τσιπ του ρουσού τζαι του ορμανού των τζαναβαρίουν, πρέφτει με να ’ινώ γω ο τσουφαλάς σο μεντζιλίσι».

Σηκώθην τζαι το σοιρίδι τζαι είπεν dι

κι: «Ο ασλάνος ένι βυνατό τζαναβάρι, με τ’

αχίλι του ένι λειψό. Να ποίκουμε το

’ρκούδι τσουφαλά μας, τσούγκι χεμ πολύ

αχιλλούς ένι, χέμ κατέσει παιξήματα τζαι

ινσανού τερτίπε».

Ο ασλάνος χολιέστι μο το του σοιρι-

δού το κατσί. Κόνσεν dα α μούντος τζαι

είπεν dι κι: «Χα βρωμιέρη!»

Τα τζαναβάρα, με τ’ ε μούγκρισμα, έβκαλαν το 'ρκούδι μεχτάρη σο μεντζιλίσι. Τε στέρου, τζας όρσανε τ’ αβτζιλίκι τουνε, το ‘ρκούδι ποσάλτσεν το μεντζιλίσι.

Το σοιρίδι τζας δεβαίγκε στον ασλάνο μπρο, υρίστη τον κων του τζ’ έκκουασεν σο μυτί του γνέντα. Ο ασλάνος χολιέστην, σηκώθαν του γουργουρού του τα τσάρε, με ντράπη ν’ τα σπαράξει σο μεντζιλίσι πέσου.

Είπεν τι κι σο σοιρίδι: «Να κρατεί ο κω σου, εδώ την εβή αδέ σου Καβάρη το κάτζι να μετρηθούμε».

Είπεν dι τζαι το σοιρίδι κι: «Χα νάρτου».

Πην το σοιρίδι σο κουμάσι, είπεν τι σ’η ’ναίκα του κι: «Την εβή χα υπάω να μετρηθώ μο τον ασλάνο σου Καβάρη το κάτζι».

Τρόμαξεν η σκρόφα, πασλάτσεν να τζαναβαρίζει: «Βάι, ποτς εν ατό του μας ηύρε σο τσουφάλι μας. Την εβίτζα ο ασλάνος ’α παρτσαλατίσει τον άντρα μου. Πα ποίκω γω δεχούς άντρα μο τα εννέ μαχσούλε μου, τα ’ρφανά;»

Τα σοιριδόκα πασλάτσαν να βουρκανίζουν: «Πα ’ινούμε μεις τα ’ρφανά δεχούς τον παπάκα μας; Α μας φαν οι λύτζοι.» Με το σοιρίδι πην τζαι ύπνωσεν χως την εβήτζα. Χορλατίζει σερμπέσα.

Τζας σηκώθην την εβήτζα,

πην τζαι πήρεν το γουβάλι μάρτυρα

τεϊ. Τε μπρο τσυλίσταν σα κάκα

πέσου. Στέρου γιαβάσα γιαβάσα πη-

άγαν σου Καβάρη το κάτζι.

Ατζεί πεκλετίγκεν ο ασλάνος

μο το καπλάνι μάρτυρα. Ήτουν

ντάμα τουν τζαι αωπός μεχτάρης τζαι τοκτόρης. Τζας γιαναστέσαν το σοιρίδι μο το γουβάλι σα κάκα πέσου, τα πεμεινά τζο πόρκαν να κρατήσουν το σολούχι τουν στη βρώμα του φερήγκην άνεμους.

Ο ασλάνος πήρεν το καπλάνι τζαι χύτσαν, έφυαν μακρά.

Ο αωπός, του ήτουν ατζεί μεχτάρ τζαι τοκτόρ, πόμεινην λέικο.

Πιέσην το μυτί του, έθιτζιν τα κοζλούχα σα φτάλμε του. Έγραψεν σο τεφτέρι του κι: «Ο ασλάνος έφυν, πόμεινεν παλικάρι το σοιρίδι». Δώτζεν το χαρτίο σο σοιρίδι τζαι χύτσεν

ο αωπός σον ασλάνο κοντά.

’Υρίστην το σοιρίδι σο

κουμάσι, δώτζην το χαρτίο

σ’η ’ναίκα του.

Χάρην η σκρόφα.

Πέττασαν στη χαρά τουν τα

σοιριδόκα. Το σχοιρίδι δέβην

πάνου σον ασλάνο πιρ μου τα

γουτσαχλατίσει!

Έφαγαν, έπαν, έφτασαν σα μουράτε τουν.

Ντεμέκ: «Σο σοιρίδι μη πουλαστές, α ινείς περπάτι. Τζαι 'τζείνο σαίρεται».

Ερμηνεία

Το γουρούνι και ο λέων.

Στα παλιά τα χρόνια όταν ήταν οι καμήλες τελάληδες και οι ποντικοί μπαρμπέρηδες, τ' αγρίμια του βουνού έκαμαν συνέλευση για να δουν πώς θα πορευτούν. Άρχισαν να κουβεντιάζουν, πώς θα γίνει να ορίσουν την αυλή τους και το κυνήγι τους στο βουνό και στο δάσος. Σηκώθηκε πήρε το λόγο η αλεπού και είπε: «Σύντροφοι, πιο πρώτα να βγάλουμε τον επικεφαλής στη συνέλευση». Αμέσως σηκώθηκε το λιοντάρι και είπε: «Εγώ είμαι ο βασιλιάς όλων των αγριμιών του βουνού και του δάσους, μου πρέπει να γίνω εγώ ο πρόεδρος στη συνέλευση». Σηκώθηκε το γουρούνι και είπε: «Το λιοντάρι είναι δυνατό θηρίο, μα το μυαλό του είναι λειψό. Να κάνομε την αρκούδα πρόεδρό μας. Διότι και πολύ μυαλωμένη είναι και γνωρίζει χορούς και από ανθρώπινες συμπεριφορές». Το λιοντάρι νευρίασε με αυτό το λόγο του γουρουνιού. Του έριξε μια μούντζα και του είπε: «Να, βρωμιάρη!»

Τα αγρίμια του βουνού με μια βοή έβγαλαν πρόεδρο στη συνέλευση την αρκούδα. Στο τέλος, αφού όρισαν την περιοχή κυνηγίου τους, η αρκούδα διέλυσε τη συνέλευση Ο γουρούνος, καθώς περνούσε μπροστά από το λιοντάρι, του γύρισε τον πισινό και του αμόλησε μια πορδή κατάντικρυ στη μύτη του. Το λιοντάρι νευρίασε, του σηκώθηκαν οι τρίχες της χαίτης του, μα ντράπηκε να τον κατασπαράξει μέσα στη συνέλευση. Είπε στο γουρούνι: «Αν σου βαστάει ο πισινός, έλα εδώ αύριο, στου Καβάρη το βράχο να μετρηθούμε». Είπε και το γουρούνι: «Θα έλθω».

Πήγε ο γουρούνος στην καλύβα και είπε στη γυναίκα του: «Αύριο θα πάω να αναμετρηθώ με το λιοντάρι στου Καβάρη το βράχο». Τρόμαξε η σκρόφα και άρχισε να ουρλιάζει: «Βάι, τί είναι αυτό που μας βρήκε στο κεφάλι μας. Το λιοντάρι την αυγή θα ξεσκίσει τον άντρα μου. Τί θα κάμω εγώ δίχως τον άντρα μου με τα εννιά ορφανά μωρά μου;» Τα γουρουνάκια άρχισαν να γρυλίζουν: «Τί θα γίνουμε εμείς τα ορφανά δίχως τον πατερούλη μας; Θα μας φαν οι λύκοι». Μα ο γουρούνος πήγε και κοιμήθηκε ως την αυγή. Ροχάλιζε αμέριμνα.

Όταν ο γουρούνος σηκώθηκε το πρωί,

πήγε και πήρε τον βούβαλο για μάρτυρα.

Πρώτα κυλίστηκαν μέσα στα κόπρανα.

Ύστερα, αργά αργά πήγαν στου Καβάρη

το βράχο. Εκεί περίμενε το λιοντάρι με

την τίγρη για μάρτυρα. Μαζί τους και η

αλεπού, γραμματέας και γιατρός.

Καθώς πλησίασαν το γουρούνι και το

βουβάλι πασαλειμμένα στα κόπρανα, οι

άλλοι δεν μπόρεσαν να κρατήσουν την

αναπνοή τους από τη βρώμα που έφερνε

ο άνεμος. Το λιοντάρι πήρε την τίγρη και

τρέχοντας έφυγαν μακριά. Η αλεπού,

γραμματέας και γιατρός που ήταν εκεί,

αναγκάστηκε να μείνει για λίγο. Έπιασε

τη μύτη της, έβαλε τα γυαλιά της στα μάτια. Έγραψε στο τεφτέρι

της ότι: «Το λιοντάρι έφυγε, έμεινε

νικητής ο γουρούνος». Έδωσε το χαρτί

στο γουρούνι και έτρεξε κι η αλεπού

κοντά στο λιοντάρι.

Γύρισε ο γουρούνος στην καλύβα,

έδωσε το χαρτί στη γυναίκα του.

Χάρηκε η σκρόφα. Χοροπήδησαν

στην τρελή χαρά τα γουρουνόπουλα. Ο

γουρούνος κατατρόπωσε τον λέοντα

χωρίς να τον ακουμπήσει!

Έφαγαν, ήπιαν, έφτασαν στην ευτυχία τους.

Σα να λέμε: «με το γουρούνι μη πιάνεσαι, θα λερωθείς. Κι εκείνο θα χαίρεται» .

Αφηγητής: Δημ. Παπαδόπουλος, γιος του Παπά Μάρκου από το Σαττί Φαράσων, αδελφός του πατέρα μου. Πετρανά Κοζάνης 1951.