Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 1 από 10
Των τζαναβαρίων το μεντζιλίσι
1. Των τζαναβαρίων το μεντζιλίσι.
Σηκώθην τζαι πα σηκώθη.
Σα μπρο τον ταρό, του ρουσού τα τζναβάρα νανόστανε κι: «Να σωρευτούμε α ημέρα ‘ς α μεντζιλίσι». Είπαν dι κι: «πα ποίκουμε να γλιτώσουμε στου νοματίουν το τζυνή’ι». Στρίγξαν τζαι του χωρού τα χαϊβάνα να ειπούν τζαι τζείνα το κετσίμιν dουν μο τις χωρώτοι.
Σωρεύτανε, αν Τζερετζή την εβίτζα, σου Καβάρη το κάτζι μπρο. Ήρτανε, κάτσανε ‘ς όινα τη μερέ του ’ρουσού τα τζαναβάρα: ο ασλάνος, το καπλάνι, το ’ρκούδι, ο λύκος, ο αωπός, η ’γρουκάτα. Στ' άβο τη μερέ ήρταν κάτσαν του χωρού τα χαϊβάνα: τ’ άβουγο, το βουρτόνι, το γαϊρίδι, το βόιδι, το γουβάλι, το πρόβατο, το σοιρίδι. Ήρταν τζαι στο ορμάνι ατόνε τα ’πομεινά του ρουσού τα χαϊβανόκκα. Πουστιέσαν παρέτζει: το ζαρκάδι, ο πουρτσούχος, τζ’ αγός.
Σο μεντζιλίσι τα τζαναβάρα, έβγκαλαν τσουφαλάς τουνε τον αωπό. Είπαν dι κι πενεντάβου τουνε τα δρα τα τζαναβάρα: «Ατό το μέτρο το κετσίμι, κετσίμι τζό ‘νι. Κάτα ημέρα έρχονται οι τζυνη'οί τζαι μες σκοτώνουν τζάπου να μες εύρουν. Μες συραίνουν μο τον τσιφτέ τζαι μες καρφώνουν μο το τσίκκι. Τάημισα οι νομάτοι θέκνουν μέγκενε τζαι πιένουν μες αρά. Φταίνουν μες τελέφι. Ατό το μέτρο το κετσίμι κετσίμι τζό ‘νι. Πα ποίκομε να γλιτώσουμε ‘π’ ατό το σεφιλλίκι;»

Κάτζιψαν τζαι του χωρού τα χαϊβάνα. Είπαν dι κι: «Με μεις, το μέτρο το σεφιλλίκι ένι τζάβου ζόρι. Χεμ ’αμναίνουμε την Άνοιξη τζαι το Μαθόπωρο τα χωράφα τουν, χεμ ταβρούμε το τουκάνι σ’ αώνι σ’ον τεμίση πέσου, χεμ κουβαλαίνουμε σου σειμού το τουφάνι ξύα στο ορμάνι. Τζαι ουστουνέ, κοπανίζουν μες μο το ραβdί, τζεντάν μες μο το βουτζέντρι. Τε στέρου πάλι τάημισα φήνουν μες νηστικά σα οράνα τζαι τάημισα φσάκνουν μες. Τρων το κρες μας τζαι μο το πόστι μας φταίνουν τσαρούχα. ‘Ινεται τελέφι το δέρμα μας σ' η στράτα. Ατό το μέτρο το κετσίμι κετσίμι τζό ‘νι. Να νάβρουμε αν τσαρές να γλιτώσουμε».
Είπεν τι κι τζ’ αωπός, ο
Μουdούρης, σο μεντζιλίσι: «Ε dό-
στοι, είστε χαχλούδες. Οι νομάτοι
σκοτώνουν του ρουσού τα τζανα-
βάρα τσαι φσάζουν τα χαϊβάνα. Με
νανόστετε σο τίπος φταίνουν τα
αούτζι; Μεις, οι αωποί, κλέφτουμε
τα ’ρνίθε τουν, τα ’ρκούδε αχτούνε
τα μελίσα τουν τζαι τρων το μέλι, ο
λύκος τρω τα πρόβατα τζαι τα γίδε,
ο ασλάνος παρτσαλατίζει τα μουσκάρα τζαι τα γαϊρίδε. Σεις πάλι του χωρού τα χαϊβάνα πα ποίτζετε δεχούς την παχνή του αυτέdη σας; Τούς ‘χα κετσιντήσετε σα ρουσία δεχούς σταύκο σο τουφάνι πέσου, δεχούς άσερο, δεχούς χορτάρι τζαι πασκά τουρλού ταγΐ το σειμό, δεχούς τ’ αφτέντη σας το σαγιά;»
Αδού, σ’ αωπού το κατζί πάνου, είπανε τζαι τα ’πομεινά του ρουσού τα τζαναβάρα: «Τεμέκ πω λέτε dόστοι; Απιδού στέρου να ‘υριστούμε τζας είμεστε ση φωλέ μας: Τα τζαναβάρα σο ρουσί, χερκές να υπά σο σπήλο του. Ερ να πασλατίσουμε χαρέτζα μουχαρεπέ μο τις χωρότοι, πελάς α νάρτει σο τσουφάλι μας». Είπανε τζαι του χωρού τα χαϊβάνα: «Να υπάμε τζαι μεις σις χωρότοι μας κοντά. Χέρκες σ' αφτέdη του το σταύκο».
Αωπός είπεν dι κι: «Αμέτε, τα τζαναβάρα χέρκες σο σπήλο του τζαι τα χαϊβάνα σο παχνί τουνε».
Των τζαναβαρίων το μεντζιλίσι χως αδού ήτουνε. Χωρίστανε, πηάγανε.
Έφαγαν, έπαν, έφτασαν σα μουράτε τουν.

Ερμηνεία
Η Συνέλευση των αγριμιών.
Σηκώθηκε και ανασηκώθηκε. Στον πρώτο καιρό, τα αγρίμια του βουνού σκέφτηκαν: «Να μαζευτούμε μια μέρα σε μια συνέλευση», κι είπαν «κάτι να κάνουμε για να γλιτώσουμε από το κυνήγι των ανθρώπων». Κάλεσαν και τα χαϊβάνια του χωριού να πουν κι εκείνα τη ζωή τους με τους χωρικούς.
Συγκεντρώθηκαν μια Κυριακή το πρωί, μπροστά στο βράχο του Καβάρη (σ. σ. τοπωνύμιο στο Βαρασό). Ήλθαν, κάθισαν στη μια μεριά τα αγρίμια του βουνού: το λιοντάρι, η τίγρη, η αρκούδα, ο λύκος, η αλεπού, η αγριόγατα. Στην άλλη μεριά ήλθαν κάθισαν τα χαϊβάνια του χωριού: το άλογο, το μουλάρι, ο γάιδαρος, το βόδι, το βουβάλι, το πρόβατο, το γουρούνι. Ήλθαν και από το δάσος κάποια άλλα ζωάκια του βουνού. Λούφαξαν παρέκει: το ζαρκάδι, το κουνάβι, ο λαγός.
Στη συνέλευση τα αγρίμια έβγαλαν επικεφαλής τους την αλεπού. Είπαν μεταξύ τους τα μεγάλα τα αγρίμια: «Αυτή η δική μας ζωή, ζωή δεν είναι. Κάθε μέρα έρχονται οι κυνηγοί και μας σκοτώνουν όπου μας βρουν. Μας τουφεκίζουν με το δίκαννο ή μας καρφώνουν με τα τόξα. Μερικοί άνθρωποι βάζουν παγίδες και μας πιάνουν ζωντανούς. Μας λιανίζουν. Αυτή η ζωούλα μας, ζωή δεν είναι. Τι θα κάνουμε για να γλιτώσουμε από αυτή την αθλιότητα;»
Μίλησαν και τα ζώα του χωριού. Είπαν λοιπόν: «Μα εμείς; Το δικό μας βάσανο είναι χειρότερο. Οργώνουμε την Άνοιξη και το Φθινόπωρο τα χωράφια τους, και σέρνουμε στην κάψα του καλοκαιριού τη δοκάνα στο αλώνι, και κουβαλάμε μέσα στην ανεμοθύελλα του χιονιά, ξύλα από το δάσος. Μας δέρνουν και από πάνω με το ραβδί, μας κεντούν με τη βουκέντρα. Και στα στερνά, μερικούς μας αφήνουν νηστικούς στις ερημιές και μερικούς μας σφάζουν. Τρώνε το κρέας μας και με το δέρμα κάνουν τσαρούχια. Λιώνει το πετσί μας στο δρόμο. Αυτή η ζωούλα μας, ζωή δεν είναι. Να βρούμε ένα τρόπο να γλιτώσουμε».
Είπε τότε και η αλεπού, που ήταν Πρόεδρος στη Συνέλευση:
«Ε΄ σύντροφοι, έχετε δίκιο. Οι άνθρωποι σκοτώνουν τα αγρίμια του βουνού και σφάζουν τα χαϊβάνια. Μα σκεφτήκατε γιατί φέρονται
έτσι; Εμείς, οι αλεπούδες, κλέβουμε τις κότες τους, οι αρκούδες κλοτσούν τα μελίσσια και τρώνε το μέλι τους, ο λύκος τρώει τα πρόβατα και τα γίδια, το λιοντάρι κατασπαράζει τα μοσχάρια και τα γαϊδούρια. Σεις πάλι, τα ζώα του χωριού, τί θα κάμετε χωρίς το παχνί του αφέντη σας; Πώς θα πορευτήτε στα βουνά, χωρίς στάβλο στην ανεμοθύελλα, δίχως άχερο, δίχως σανό και διάφορες άλλες τροφές το χειμώνα, χωρίς την προστασία του αφεντικού σας;»
Εδώ, πάνω στο λόγο της αλεπούς, είπαν και τα άλλα αγρίμια του βουνού: «Ώστε τί λέτε σύντροφοι; Από δω κι ύστερα να γυρίσουμε όπως είμαστε στη φωλιά μας: Τα αγρίμια στο βουνό, ο καθένας να πάει στη σπηλιά του. Αν αρχίσουμε τώρα πόλεμο με τους χωρικούς θα μας έλθει μπελάς στο κεφάλι μας». Είπαν και τα χαϊβάνια του χωριού: «Να πάμε κι εμείς κοντά στους χωρικούς μας, ο καθένας στο στάβλο του αφέντη του».
Η αλεπού είπε:
«Πηγαίνετε, τα αγρίμια ο
καθείς στη σπηλιά τους
και τα χαϊβάνια στο παχνί
τους». Η Συνέλευση των
αγριμιών ως εδώ ήταν.
Σκόρπισαν, πήγαν.
Έφαγαν, ήπιαν, έφτασαν στην ευτυχία τους.
Αφηγητής: Ηλίας Ζαχαρόπουλος, από τα Φάρασα.
Ήταν μέλος της Εκτιμητικής Επιτροπής στην Αθήνα. Έκρινε τις αιτήσεις για αποζημίωση των Φαρασιωτών που εγκαταστάθηκαν στην Αττική (Μοσχάτο, Ταύρο Πειραιά, Ιωνία). Οι Επιτροπές ήταν τριμελείς, με τέταρτο τον Γραμματέα.
Συνεδρίαζαν (δεκάδες ταυτοχρόνως) στην Παλαιά Βουλή.
Ο Ηλίας Ζ. υπήρξε εξέχον μέλος της “ομάδας” των Φαρασιωτών που εγκαταστάθηκαν στο Μοσχάτο και στο Ρέντη. Εργαζόταν ως φωτογράφος.
Η συνέντευξη έγινε στο Μοσχάτο, Δεκέμβριος 1963.
Σχετικό παραμύθι του Παπά Θόδωρου περιεχεται στη «ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ» τόμ. ΙΘ σελ. 224, αριθμ. 9, με άλλη εξέλιξη.
