1
Τ' ελέκι ποίτζι χουτζούμι σο νομάτι.
Το κόσκινο όρμηξε στον άνθρωπο
Κείμενο
Σο μεμλεκέτι μας ήτουν αν τουβεκέλ νομάτ, λέγκαντα περισάν Συμιώνη. Ατό ο νομάτ χετς τζο χοσλαντίσκην το γαραννίχι, φοβήτουν πολύ στο ζηντάνι. Τσας σκοτεινιέτουν, στο σπίτι του όξου τζο βγέγκην. Χα νάρτουν οι δεβόλοι τζαι α dαντίσουν το βηλί του τεϊ. Σο σπίτι πέσου φοβήτουν να παρπατήσει δεχούς απμένο τσιράς. Τρομάσκην τις Μαρκάλσες, ανάρτουν να ταντίσουν τη λαλία του. Απιδού στην άκρα είσην τον τσιρά dάιμα απμένο σο προστσουφάλι του κοντά. Α ημέρα ζελμόνσεν ο περισάν να 'νάψει τον τσιρά. Ξύπνησιν διψασμένο τζαι σηκώθη κετσέ γιαρισί, να υπά να πάρει νερό να πει. Τζας δεβαίγκη στο κετζίτι να υπά σην κουζίνα, δεχούς τσιράς τζαι σο γαραννίχι πέσου, βρέθη μπρό του το ελέκι, ξανάστρουφο. Πάτσιν πα σο ξυώνα τσεβρέ. 'Υρίστη το ελέκι τζαι δότζην τα σο πράδι του πα σο γόνατο. Ο νομάτ χολιέστην, εγίλσεν πήρην το ελέκι τζαι δώτζην dα σον ταχταλού. Το ελέκι πέττασην τζαι ο τσεβρές ήβρεν τη χαραγή του σο μυτί του πάνου. Ο περισάν τρόμαξην τζαι τσαγήρσην, παγήρσην: “Χατούνα μου ουλάς, πήρε με το ελέκι.” Η 'ναίκα του χίτσεν τρομαγμένη ήρτεν, “Πώτς ενόσουν γουζί μου;” είπεν. Ήαψεν τον τσιρά, ήγρηψιν κι, σο γόνατο α μαύρο μπενάς τζαι ο μυτής του πρήστην ενότουν αντί λτινό παντζάρι. Dεμέκ το ελέκι σεμάδεψιν το νομάτι σα δύο τόπους, τόινα σο γόνατο τζαι τάβου σο μυτί του. “Εδό γιαβρού μ',” είπεν τι η ναίκα του, “γω ατό το πίσι ελέκι αν τα κρεμάσω ξανάστρουφα σον τοιέχο.”
Ο περισάν Συμιών δέφτρο τσο ξήλσε ση στρώση, δεχούς τσιρά απμένο σο κάχι, σην προστσέφα του.
Ερμηνεία
Στην πατρίδα μας ήταν ένας άντρας αφελής, τον έλεγαν ο αδέξιος Συμεών. Αυτός ο άνθρωπος καθόλου δε συμπαθούσε το σκοτάδι, έτρεμε πολύ τη σκοτεινιά. Όταν νύχτωνε δεν έβγαινε έξω από το σπίτι. Μην έρθουν οι διαβόλοι και του αρπάξουν το πουλί τάχατες. Μα φοβόταν και μέσα στο σπίτι να περπατήσει δίχως αναμμένο λυχνάρι. Έτρεμε τις μάγισσες - τέρατα, μην έρθουν και του αρπάξουν τη λαλιά. Εξ αυτού του λόγου, είχε πάντα αναμμένο το λυχνάρι κοντά στο προσκεφάλι του. Μια μέρα, ξέχασε ο κακομοίρης να ανάψει το λυχνάρι. Ξύπνησε διψασμένος και σηκώθηκε μεσάνυχτα να πάει να πάρει νερό να πιει. Καθώς περνούσε στο διάδρομο να πάει στην κουζίνα δίχως λυχνάρι και μέσα στο βαθύ σκοτάδι, βρέθηκε μπρος του η σήτα (λεπτό κόσκινο για αλεύρι) ανάποδα γυρισμένη. Πάτησε πάνω στη ξύλινη στεφάνη. Γύρισε το κόσκινο και χτύπησε στο πόδι πάνω στο γόνατο. Ο άνθρωπος θύμωσε, έσκυψε πήρε το κόσκινο, το κοπάνισε στο πάτωμα. Το κόσκινο αναπήδησε και η στεφάνη βρήκε τη μούρη του, πάνω στη μύτη. Ο κακόμοιρος τρόμαξε, ούρλιαξε και ξεφώνισε: “Πρόλαβε κοκόνα μου, το κόσκινο με πήρε!” Έτρεξε ήλθε η γυναίκα του τρομαγμένη, “Τί έγινες μανάρι μου;” είπε. Άναψε το λυχνάρι και παρατήρησε πως είχε ένα μαύρο σημάδι στο γόνατο και η μύτη του πρήστηκε έγινε σαν κόκκινο παντζάρι. Δηλαδή, το κόσκινο σημάδεψε τον άνθρωπο σε δυο τόπους, ένα στο γόνατο και το άλλο στη μύτη.“Έλα μωρό μου,” είπε η γυναίκα του, “εγώ, να δεις, αυτό το βρομό κόσκινο θα το κρεμάσω ανάποδα στον τοίχο.”
Ο κακόμοιρος Συμεών δεν ξανάπεσε στο στρώμα, δίχως αναμμένο το λυχνάρι δίπλα, στο μαξιλάρι του.