Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 11 από 12

Αρραβώνας με χαραγή στην κούνια

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

11

Μο το πεσικ κερτμεσί σεμαδεύτα

Αρραβώνας με χαραγή στην κούνια

Κείμενο. Είμεστε σις χρόνες του 1930, σ' ε χωρίος σο βάλτο του Γεννιτζέ, τζάπου ήρταν τζαι γερλιεστέσαν μο τη Συνθήκη ζ' Λωζάνης σα 1923, μουατζίροι του Μουμπαλετέ.

Σο Πλατύ ατσείνο τον ταρό οι γοντσίδες, τζαι αχπάποι καμνένκαν, σα χωράφα πενεντάβου τουν κεσίκι. Α ημέρα πααίγκαν σου ένα το χωράφι τζαι τζας πλερούτουν τόργο, τα πομεινά τις ημέρες, πααίγκαν σε τάβου τα χωράφα. Α φ'ορά πήρε με ο τατά μου κοντά του να φυάξω τ' άβουγο dεΐ. Το σαφάχι γαλιτζεψεν τ' άβουγο τζαι πήρε με τζ' εμένα, τάβρησέ με σην αγκάλη του. Πηάγαμε σου γοντσή το χωράφι, σο βάλτο, σο τσιφλίκι κοντά, σου τιρενού τη γραμμή σο κάχι. Χα να ήμουν 3-4 χρονών.

Είχαμεν αν αζγούνι γήρι άβουγο. Φτάσαμε σο χωράφι πηρ μου βγκει ο όηλος, χα ήτουν γιαρίμι σαάτι στράτα. Ο τατά μου, μο του χωραφού τον αφτένη πασλάτσαν να θερίζουν.

Ο τατά μου μο την κόσα, ο γοντσής μο το δερπάνι. Ο τατά μου ήτουν παλικάρι τζαι ασίκης. Σο μεμλεκέτι ήτουν του χωρού ο πεχλιβάνης. Ντελικαννούς κόμη είκοσι χρονών, σις ορτάδες τζαι σα παναγύρια, βγαίγκην να παλέψει μο τα παλικάρια στ' άβου του χωρίος.

Η 'ναίκα του γοντσί, η dουdού Σοφία, νανουρίσκην το bεbέκι του σο ξυώνα πεσίκι πέσου. Ατζεί σου χωραφού το κάχι, ήτουν α μέγα καραγάτσι τζαι ση ρίζα του η ντουτού Σοφία έφκωσην το χασίρι τζαι καθούτουν σου ναννουδού το κάχι. Γω πηάγα να νάβρω αν καό τόπος να λητέψω τ' άβγο σο καζίκι να βοστσίσει.

Υρίστα τζαι πήρα α δερπάνι, στο πόι μου τζάου μέγα, τζαι πασλάτσα τζαι γω να θερίζω. Τοχάνσην το δρεπάνι σο πράδι μου, 'γω τσίρηξα. Χύτσεν η ντουτού Σοφία κοντά μου, πήρεν το δερπάνι στα σέρα μου. Ήγρεψεν το πράδι μου, είδεν κι λέικο γιαίιμα, αν ταμλάς. Μο το δαχτύλι πήρην το γαίιμα, “Συ είσαι παλικαρόκκο, ατό τίπος τζόνι,” είπε με. Δώτσην με τζαι αν καραμέλα να με μερώσει, φίλσε με ση χαραή. Η ντουτού Σοφία ήτουν αν κελέσι ταζό νύφη. Η χαραή παρλατίζει αμόν φέγγος, ήτουν αν dιλπέρσα. Ατζείνο τον ταρό τσιπ του χωρού οι 'ναίτσες ήσαντε μο την αγλέχα τυλιγμένες ση χαραη τουν χως το στόμα, τα τία τζαι το μυτί. Άλεϊ τα φτάλμα φαινούσανται. Η ντουτού Σοφία φοραίγκην α λα φράγκα ελπισέδα, δεχούς αγλέχα.

Το μεσημέρι ήρταν οι άντροι κάτσαν ση στσάιδη τζαι η ντουτού Σοφία έστρωσην την παττανία σο χώμα τζαι χαζηρλατίζει τα τάσα να φάμε.

Έβγκαλην στο χαριένι το πιλάφι πλουγορόνα, φτσέρσην dα σο τεψί. Έκουψην δύο χιέρα τζαι δύο τομάτες σ' εν άβου τεψί, κούπωσεν λέικο ζεϊτίνγιάγι, κόνσην τζαι αν αβούτζι ζεϊτούνα. Ατότε πασλάτσην το μπεπέκι να κλαί. Η ντουτού Σοφία είπε με “Παλικαρόκκο, να σε χαρώ, δέβου να μερώσεις το μπεπέκι χώστου να στρώσω το τραπέζι.” Πηάγα, ήνοιξα το τσαρτσάφι, τζαι χεμέν το bεbέκι, τζας με είδεν, έκουψην το κουάψιμο τζαι γιάσιν. Χα να ήτουν 5-6 μηνών αν κελέσι γιαβρού. Η dουdού Σοφία χάρην τζαι είπεν dι κι “Η κόρη μου τζας σε είδε, μέρωσε, χερ χαλτέ σα ήρεσε.” Ήφαρην σακουλού γιαούρτη, ποίτσην αν κανάτα τάνι, δώτζην μας πο εν ποτούτσι, έπαμη. Ήφαρην ζυμωτό ψωμί, α μέγα κούρι. Ο τατά μου, σταύρωσην έκοψην τιλίμα τιλίμα το ψωμί, μοίρασεν dα.

Η ντουτού Σοφία δώτζην μας π' ε χουλιέρι τζαι αν πελόνι. Ο τατά μου έψαλην την προσευσή, ήτουν παπά γιος, καό ψάλτης, τζαι πασλάτσαμε το φαΐ. Βουτάμε τα χουλιέρα σο τεψί μο το πιλάφι τζαι τα πελόνα σο τεψί μο τη σαλάτα. Τζούχαμε ατζείνο τον dαρό χερκές το τάσι του. Ατιά τα τερτίπια ήσανται για τους σεχερλίδες.

Τσάου στέρου η ντουτού Σοφία ήφαρην τζαι α σισέ μπρούσκο κρεσί. Ήρτεν ο τατά μου σο τσακίρ κέφι τσαι πασλάτσην τους αμανέδες. Η ντουτού Σοφία ρώτσεν τον τατά μου, “Ερ να βαπτίσουμε το μπεπέκι μου, α ινί ο Γιορτάν νονός τ'ς;” Ο τατά μου χέμεν είπεν τι, “Σερνικό να βαπτίσει θελικό τσο πρέπει, τσουγκι σα μου ξήσουν πέρκι τε να σεβταλαντίσουν τζαι ατότε τζο πορούν να παραδοθούν. Η εκκλεσία ιζίνι τσο δίτει. Με ιστέρσεν, ίνεται ντα σεμαδέψουμε χαρέτσα”. Τσάου καό είπεν η dουdού Σοφία. Ποίτσεν dα γαπούλι τζαι ο άντρας τ'ς. Ο τατά μου έψαλην δυο τρία τροπάρια, τζαι στέρου ποίτζην μο το μασαίρι αν τζιζί σου τσοτσουχού το ξυώνα το πεσίκι. Ατό το σεμάδεμα λέντα “πεσικ κερτμεσί”. Απι δου στέρου νε την dουdού Σοφία είδα νε τη “σεμαδεμένη” μου. Η dουdού Σοφία σο νου μου πόμεινην αν πολύ κελέσι ταζό νύφη, αν dιλπέρσα.

Ερμηνεία. Είμαστε στη δεκαετία του 1930, σε ένα χωριό στο βάλτο των Γιαννιτσών, όπου ήλθαν και εγκαταστάθηκαν με τη Συνθήκη της Λαζάνης το 1923, πρόσφυγες της “Ανταλλαγής”.

Στο Πλατύ εκείνο τον καιρό οι γείτονες και οι φίλοι, δούλευαν στα χωράφια μεταξύ τους συνεταιρικά. Μια ημέρα πήγαιναν στο χωράφι του ενός και όταν τελείωνε η δουλειά, τις άλλες ημέρες πήγαιναν στα χωράφια του αλλουνού. Μια φορά με πήρε ο πατέρας μου κοντά του να φυλάξω το άλογο τάχα. Το χάραμα καβάλησε το άλογο, και με πήρε κι εμένα, με τράβηξε στην αγκαλιά του. Πήγαμε στο χωράφι του γείτονα στο βάλτο, κοντά στο τσιφλίκι, παραδίπλα από τη γραμμή του τρένου. Θα ήμουν 3-4 χρονών.

Είχαμε ένα ζωηρό άλογο, τον ψαρή. Φτάσαμε στο χωράφι προτού βγει ο ήλιος, θα ήταν μισής ώρας δρόμος. Ο πατέρας μου μαζί με τον ιδιοκτήτη του χωραφιού άρχισαν να θερίζουν.

Ο πατέρας μου με την κοσιά, ο γείτονας με το δρεπάνι. Ο πατέρας μου ήταν παλικάρι και γόης. Στην πατρίδα ήταν ο παλαιστής του χωριού. Είκοσι χρονών παλικάρι τρελοαίματο ακόμη, στις γιορτές και στα πανηγύρια, έβγαινε να παλέψει με τα παλικάρια από το άλλο χωριό.

Η γυναίκα του γείτονα, η θεία Σοφία, νανούριζε το μωρό της μέσα στην ξύλινη κούνια.⟨58⟩ Εκεί στην κόχη του χωραφιού, ήταν ένα δέντρο, μια μεγάλη φτελιά, και στη ρίζα του, η θεία Σοφία έστρωσε στο χώμα μία ψάθα και καθόταν κοντά στην κούνια του μωρού της. Εγώ πήγα να βρω έναν καλό τόπο με χορτάρι να δέσω το άλογο στο παλούκι να βοσκήσει.

Γύρισα και πήρα ένα δρεπάνι, από το μπόι μου πιο μεγάλο, και άρχισα κι εγώ να θερίζω. Σκάλωσε το δρεπάνι στο πόδι μου και εγώ τσίριξα. Έτρεξε η θεία Σοφία κοντά μου, πήρε το δρεπάνι από τα χέρια μου. Κοίταξε στο πόδι μου και πρόσεξε λίγο αίμα, μια σταλιά. Με το δάχτυλο πήρε το αίμα, “Εσύ είσαι παλικαράκι, αυτό δεν είναι τίποτε, είπε.” Μου έδωσε μια καραμέλα να με μερώσει, με φίλησε στο μάγουλο. Η θεία Σοφία ήταν μια όμορφη νιόνυφη. Έλαμπε το πρόσωπό σαν φεγγάρι, ήταν μια καλλονή, νεράιδα. Εκείνο τον καιρό όλες οι γυναίκες του χωριού ήταν με το τσεμπέρι τυλιγμένες ολόγυρα, το πρόσωπο ως το στόμα, τα αυτιά και τη μύτη. Μόνο τα μάτια τους διακρίνονταν. Η θεία Σοφία ντυνόταν α λα φράγκα με φορέματα μοντέρνα. Δε φορούσε τσεμπέρι.

Το μεσημέρι ήλθαν οι άντρες, κάθισαν στη σκιά και η θεία Σοφία έστρωσε το σεντόνι στο χώμα και ετοιμάζει τα πιάτα να φάμε.

Έβγαλε από το καζάνι το πιλάφι με πλιγούρι, το άδειασε μέσα στο ταψί. Έκοψε δυο αγγούρια και δυο τομάτες σε ένα άλλο ταψί, έχυσε λίγο ελαιόλαδο, έριξε και μια χούφτα ελιές. Και τότε άρχισε να κλαίει το μωρό. Η θεία Σοφία μου λέει, “Παλικαράκι, να σε χαρώ, πήγαινε να μερώσεις το μωρό μου, ώσπου να στρώσω εγώ το τραπέζι.” Πήγα, άνοιξα το σεντόνι, και αμέσως το μωρό μόλις με είδε, έκοψε το κλάμα και άρχισε να χαμογελά. Θα πρέπει να ήταν μόλις πέντε έξι μηνών, ένα όμορφο μωρουδάκι. Η θεία Σοφία χάρηκε και μου είπε: “Η κόρη μου μέρωσε μόλις σε είδε, φαίνεται πως ίσως της άρεσες.”

Έφερε σακούλας γιαούρτη, έκανε μια κανάτα αριάνι, μας έδωσε από ένα κύπελλο, ήπιαμε. Έφερε ζυμωτό ψωμί ένα μεγάλο καρβέλι. Ο πατέρας μου, σταύρωσε, έκοψε φέτες φέτες το ψωμί, το μοίρασε.

Η θεία Σοφία μας έδωσε από ένα κουτάλι και ένα πιρούνι. Ο πατέρας μου έψαλε την προσευχή, ήταν παπά γιος, καλός ψάλτης, και αρχίσαμε το φαΐ. Βουτάμε τα κουτάλια στο ταψί με το πιλάφι και τα πιρούνια στο ταψί με τη σαλάτα. Δεν είχαμε εκείνο τον καιρό καθένας το πιάτο του. Αυτές οι συνήθειες ήταν για τους πολισιάνους.

Πιο ύστερα η θεία Σοφία έφερε και μια μπουκάλα μπρούσκο κρασί. Ο πατέρας μου ήλθε στο τσακίρ κέφι και άρχισε τους αμανέδες. Η θεία Σοφία ρώτησε τον πατέρα μου, “Αν βαπτίσουμε το μωρό μου, θα γίνει ο Ιορδάνης νουνός της;” Ο πατέρας μου αμέσως είπε, “Σερνικό να βαπτίσει θηλυκό δεν πρέπει, διότι όταν μεγαλώσουν ίσως να αγαπηθούν, και τότε δεν μπορούν να παντρευτούν. Η εκκλησία δεν δίνει άδεια γάμου. Μα γίνεται αν θέλεις, να τους αρραβωνιάσουμε τώρα.” “Πιο καλά”, είπε η θεία Σοφία. Συμφώνησε και ο άντρας της. Ο πατέρας μου έψαλε δυο τρία τροπάρια και ύστερα έκανε με το μαχαίρι μια χαραγή στου μωρού την ξύλινη κούνια. Αυτό το σημάδι το έλεγαν “χάραγμα της κούνιας”. Από δω ύστερα ούτε τη θεία Σοφία είδα ποτέ, ούτε την “μνηστή” μου. Η θεία Σοφία έμεινε στη μνήμη μου, σαν μια πολύ όμορφη νιόνυφη, μια καλλονή. Έμοιαζε με νεράιδα.

Σημειώσεις

  1. ⟨58⟩ Μια ξύλινη σκάφη ημικυλινδρική, από κορμό δέντρου. Η σκάφη, στηριζόταν στις δυο άκρες πάνω σε δυο κυκλικά στεφάνια που να μπορεί να γέρνει πότε από τη μια, πότε από την άλλη πλευρά. Έκανε τάκα τάκα καθώς την κουνούσαν. Αυτός ο θόρυβος ζάλιζε, νανούριζε το μωρό. ↩