Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 4 από 19
Το Αφσάρι. Του Βασιλιά ο γιος και τ' αγρίμια του βουνού
Το Αφσάρι (Avsar). Το Αφσάρι βρισκόταν 75 χλμ. Ν - ΝΑ της Καισαρείας και 22 χλμ. ΒΑ των Φαράσων, μέσα σε ρεματιά και στις δυτικές πλαγιές του Τσαμbάζ ντάγ. Οι κάτοικοί του το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (44 οικογένειες – 186 άτομα). Το Αφσάρι βρισκόταν μια μέρα δρόμο ΒA του Βαρασού. Ήταν το δεύτερο από τα χωριά που αποσπάστηκαν από το Βαρασό στα μέσα του 18ου αιώνα. Προηγήθηκε το Καρσαντί (Φκώσι).
«Το Αφσάρι πρέπει να έχει σχέση με τους Ισαύρους που ήταν ένας από τους αρχαίους λαούς της Μικρασίας που ζούσε στα όρη και κυρίως στις οροσειρές του Ταύρου και Αντίταυρου».⟨40⟩
Ι. Κάλφογλους, γράφει⟨41⟩ «Έξω από το χωριό εις μέρος το οποίον λέγεται "Δερεδζέ" ευρίσκεται ένας μεγάλος βράχος ύψους 100 πήχεων, που ονομάζεται Δελικλί τας (τρύπια πέτρα) μέσα εις την οποίαν υπάρχει μια σκαλιστή πολύ ωραία εκκλησία ύψους 12 πήχεων. Οι μόνιμοι κάτοικοι του Αυσάρκιοϊ φτάνουν τις 150 ελληνικές οικογένειες. Η τοποθεσία του είναι βραχώδης, πετρώδης και πολύ ανωφερής».
Παρατηρούμε πως, αν είναι αληθής ο λόγος του Κάλφογλους, μέσα σε 25 χρόνια (1898-1924) ο πληθυσμός μειώθηκε στο ένα τρίτο (1/3). Από 150 οικογένειες έφτασαν εδώ μόνο 44 οικογένειες, κατά την Ανταλλαγή σύμφωνα με υπολογισμούς του Κ Μ Σ. Από το Αφσάρι μετοίκησαν στο Σατί, Τσουχούρι και Κίσκα στα μέσα του 19ου αι. Ο αριθμός 150 οικ., μάλλον πρέπει να αναφέρεται πριν από αυτή τη μετοικεσία.
4
Αφσάρι. Του πατισάχου ο γιος τζαι του ρουσού τα τζαναβάρα
(R. M. Dawkins 2a σελ. 572)
Σο παλό το ζαμάνι ήτουν αν πατισάχος. Είσιν αν υιός. Σο Σεράιν bέσου οι χιζμεκιάροι του υρεύκην φερήγκαν τα σα σέρα του.
μΦκάνταξιν. Έβgιν σα ρουσία. Ήβριν α μαγαράς. Κάτσινι πέσου του. Ντουσουντίσκινι. Πααίνκι σα ρoυσία. Φταίνκιν άβι σα ρουσία. Μαναχό του ψένκινι, μαναχό του τρώνκινι.
Ήρτιν αν τζυνογάρ κοντά του. Ήρτην α λύκος ήρτιν αν αωπός, ήρτιν τζ’ α ‘ρκούδι. Είπιν d’ αωπός, ο λύκο τζαι το ‘ρκούδι, είπαν του πατισάχου το υιό, «Σένα να σι παραδώσουμι.» Είπιν τζαι του πατισάχου ο γιός, «Τζο παραδούμαι.» Πήινι αωπός σο σεΐρι. Έβζιξιν το ‘ρκούδι, έβζιξιν τζαι το λύκο σο ζευγάρι. Έβgιν σο σεΐρι τζ’ ο τζυνογάρ. Καρμανίσκινι σον ουρανό. Έβgιν μο τα κορτζόκα του Σεραγιού, τζαι τ' άβου του πατισάχου η κόρη σο σεΐρι. Πήριν ο τζυνογάρ ατό του πατισάχου την κόρη. Ήφαριν dα σο μαγαρά. Ήρτιν του πατισάχου ο υιός. Το βραδύ παρλατίζει ο μαγαράς. Του πατισάχου ο υιός χαπάρι τζούσινι. Ήγρεψεν κι, ένι ατζεί σον κοσά αν dηλbέρσα κόρη.
Χίτσαν τα κορτζόκα σον Πατισάχο είπαντα τι κι. “Ήρτην ο τζινογάρ πήρην το κορτζόκο.” Είπαν τι σο σεΐρι, «Ατό έν τ’ αωπού η δεβοσύνη, του πήριν το κορτζόκο.” Ο πατισάχος είπιν τι κι, «Γω να είμι α μέγο πατισάχος, το μόνα την κόρη ντα πάρει ο τζυνογάρ, σε μένα ένι μέγα κεdέρι.» Σηκώθηνι, πάγασιν αν ταπούρι ασκέρ σο μαγαρά. Πήνι αωπός, τσίριξινι, ήφαρινι του κόσμου τιζ αωποί σο τζουφάλιν του. Έβgιν το ‘ρκούδι σα ρουσία, παγήρσινι. Σώριψινι του κόσμου τα ‘ρκούδα κοντά του. Έβgιν ο λύκος ύλαξιν, σώριψιν του κόσμου τιζ λύτζοι κοντά του. Έβgην ο τζυνογάρ, πήριν αν πόστι. Τσιπ σωρέφταν τζυνογάροι. Φταίνουν μο τον πατισάχο καβγάς. Οι τζυνογάροι πήρανι πόστι, θάλα κρέμπσανι στον ουρανό σου πατισάχου τ’ ασκερού τα τσουφάλα. Σαστίασανι. Του πατισάχου τ’ ασκέρι κερτίαστηνι. Τα τζαναβάρα έβγκαλαν σο μεϊντάνι την κόρη του βασιλό. Τζας τα είδεν το παλικάρι χεμέν είπεν τι κι “Ατό το κορίτσι αν τα πάρω.” Ήρταν τα δύο οι πατισάχοι, πήκαν γάμος. Οφτά ημέρες τζαιοφτά νυέχτες έφαγαν έπαν έφτασαν σα μουράτε τουν.
Ερμηνεία. Του βασιλιά ο γιος και
τ’ αγρίμια του βουνού
Στον παλιό τον καιρό ήταν ένας Βασιλιάς. Είχε ένα μοναχογιό. Μέσα στο Σεράι, οι υπηρέτες ό,τι ζητούσε (η ψυχή του) το έφερναν στα χέρια του.
Πλάνταξε. Βγήκε στα βουνά. Βρήκε μια σπηλιά. Κάθισε μέσα της. Συλλογιζόταν. Πήγαινε στα βουνά, Έκαμνε κυνήγι στα βουνά. Μοναχός του έψηνε, Μοναχός του έτρωγε.
Ήλθε κοντά του ένας κυνηγάρης αετός. Ήλθε και ένας λύκος, ήλθε μια αλεπού, ήλθε και μια αρκούδα. Είπαν η αλεπού, ο λύκος κι η αρκούδα, στου Βασιλιά το γιο, «Εσένα να σε παντρέψουμε.» Είπε και ο γιος του Βασιλιά, «Εγώ δεν παντρεύομαι. “Πήγε η αλεπού στο σεργιάνι. Έζεψε την αρκούδα, έζεψε και το λύκο στο ζευγάρι. Βγήκε στο σεργιάνι και ο κινηγάρης αετός. Κάνει κύκλους στον ουρανό. Βγήκε με τα κορίτσια του Σαραγιού στο σεργιάνι και η κόρη του άλλου βασιλιά. Άρπαξε ο αετός την κόρη εκείνου του Βασιλιά. Την έφερε στη σπηλιά. Ήλθε ο γιος του Βασιλιά. Το βράδυ φεγγοβολάει η σπηλιά. Δεν είχε πάρει είδηση ο γιος του βασιλιά. Κοίταξε εκεί στη γωνία είδε πως είναι μία πανέμορφη κόρη.
Έτρεξαν τα κορίτσια στον Βασιλιά και του είπαν ότι, “Ήλθε ο αετός πήρε το κοριτσάκι.” Είπαν στο σεργιάνι, «Αυτό είναι ζαβολιά της αλεπούς, που πήραν το κορίτσι.» Ο Βασιλιάς είπε τότε, «Εγώ να είμαι ένας μεγάλος Βασιλιάς, και να πάρει τη δική μου κόρη ο αετός. Είναι για μένα μεγάλη προσβολή.» Σηκώθηκε, πήγε κι έστειλε ένα τάγμα στρατό στη σπηλιά. Πήγε η αλεπού, τσίριξε, έφερε του κόσμου τις αλεπούδες κοντά της. Βγήκε η αρκούδα στα βουνά, μούγκρισε, μάζεψε κοντά της όλου του κόσμου τις αρκούδες. Βγήκε ο λύκος ούρλιαξε, μάζεψε του κόσμου τους λύκους κοντά. Βγήκε αετός πήρε μια προβιά. Μαζεύτηκαν όλοι οι αετοί. Κάνουν πόλεμο με τον Βασιλιά. Οι αετοί, πήραν δέρματα, πέτρες και τα έριξαν από τον ουρανό στα κεφάλια των στρατιωτών του Βασιλιά. Σάστισαν τα έχασαν οι στρατιώτες του Βασιλιά. Φοβήθηκαν και σκόρπισαν. Τα αγρίμια του βουνού έβγαλαν στο μεϊντάνι την κόρη του Βασιλιά. Μόλις είδε το κορίτσι το παλικάρι, αμέσως είπε “Αυτό το κορίτσι εγώ θα το πάρω.” Ήλθαν οι δυο βασιλιάδες κσι έκαναν γάμο. Εφτά ημέρες και εφτά νύχτες έφαγαν ήπιαν, έφτασαν στις ευτυχίες τους.