2
Αξό β. Το παιί τζαι ο ασλάνος (R. M. Dawkins 3. σ 394)
Ένα ναίκα είχεν ένα παιί. Και τα κρασά το πσίσιμο γέννε γιασάχ. Βασιλός είπεν, “Να μη πσήτ άλο κρασί.” Ετό ναίκα είχεν εφτά παγριά κρασί. Έκρυψέν dα εφτά χρόνια. Το κρασί qουβετλένσε. Ετό ναίκα γόρασεν ένα χτήνο. Το χτήνο πήγεν το παιί, να το βοσκάει.
Qαρσλάτσεν 'ς τόνα το σοqάχ, έν ασλάν. Πσάσεν το ασλάν ας τ' ορταλέχ, bοίκεν dο dύο τρία παρçάιγια. Ύστερις, όσα σκώχαν σαbαχdάν, τράνσανε 'ς τόνα το σοqάχ, κείται βασιλιού το ασλάν dύο τρία παρçάϊγια.
Βασιλιός bαgheρσεν ταλάλ, “Ότις το σκότωσεν ετό το ασλάν, να dώκω το κορίçι μ.” Ήρτε ένα ινσάνος είπε “Εγώ, το σκότωσα.” Λε ο Βασιλός, “Πσάς τα γένια μ, α ιγιούμ, εσύ τα σκότωσες, bελού νίσκεται. Τάβρα dα.” Τάρσεν da. “Χό,” είπεν ο Βασιλός. Εκείνο ινσάνος, bιρdέν bιρέ “Να φύγω,” dεΐ. Έριψεν, σάκωσεν τσιπ τα γαdέρφια. Ήρτεν έναν άλλο ινσάνος. “Εγώ το σκότωσα,” είπεν. “Πσας τα bεϊχιαμ, α ιγιούμ, bελού νίσκεται.” Πσάσεν dα bεϊχια τ. “Χό,” είπεν ο βασιλιός. “Να φύγω,” dεϊ, σάκωσεν το çιρέκ.
Ήρτεν εκεί, τ' ναίκας το παιί. Ορφανό ήτονε. “Πσάς τα γένια μ,” είπεν ο Βασιλός. Πσάσεν του Βασιλού τα ένια, τάρσεν dα. Βασιλός, “Τάβρα τα, α ιγιούμ, bελού νίσκεται” είπεν. “Χό,” είπεν. Εκείνο τάρσεν dο βαρειά, οπ άρσεν λίγα γένια. Εσύ το σκότωσες,” είπεν Βασιλιός. Dώκεν το κορίç εκεί, 'ς το παιγί, το dεν έχ βαβά. bοίgαν γάμος οφτά ημέρες και οφτά νυέχτες. Έφαγαν έπαν έφτασαν σα μουράτε τουν.
Ερμηνεία. Αξό β. Το παλικάρι και το λιοντάρι
Μια γυναίκα είχε ένα παιδί. Και ήταν απαγορευμένο να βράζουν κρασιά. Ο Βασιλιάς είπε, “Να μην ψήσετε πια κρασί.” Αυτή η γυναίκα είχε εφτά βαρέλια κρασί. Τα έκρυψε εφτά χρόνια. Το κρασί δυνάμωσε. Αυτή η γυναίκα αγόρασε ένα ζώο. Το παιδί πήγε να βοσκήσει το ζώο.
Σε ένα σοκάκι συναπάντησε ένα λιοντάρι. Έπιασε το λιοντάρι από τη μέση το έκανε τρία κομμάτια. Ύστερα όσοι σηκώθηκαν πολύ πρωί, σε ένα σοκάκι πρόσεξαν πως είναι πεσμένα δυο τρία κομμάτια από το λιοντάρι του Βασιλιά.
Ο Βασιλιάς κάλεσε ντελάλη, “Όποιος σκότωσε αυτό το λιοντάρι, θα του δώσω την κόρη μου”. Ήλθε ένας άνθρωπος είπε, “Εγώ το σκότωσα.” Λέει ο Βασιλιάς, “Πιάσε τα γένια μου, να δούμε, εσύ το σκότωσες, θα γίνει φανερό. Τράβα τα”. Τα τράβηξε. “Χο!” είπε ο Βασιλιάς. Εκείνος ο άνθρωπος με τη μια “Να φύγω”, λέει. Έριξε, έσπασε όλους τους καθρέφτες, τα κρύσταλλα. Ήλθε ένας άλλος άνθρωπος. “Εγώ το σκότωσα”, είπε. “Πιάσε τα μουστάκια μου να δούμε, θα φανεί”. Έπιασε τα μουστάκια του. “Χο,” είπε ο Βασιλιάς. “Να φύγω”, είπε, έσπασε το λυχνάρι.
Ήλθε εκεί το παιδί της γυναίκας. Ήταν ορφανό. “Πιάσε τα γένια μου”, είπε ο Βασιλιάς. Έπιασε τα γένια του Βασιλιά, τα τράβηξε. Ο Βασιλιάς “Τράβα τα να δούμε θα φανεί”, είπε. “Χο,” είπε. Εκείνος τα τράβηξε δυνατά, από όπου ξερίζωσε λίγα γένια. “Εσύ το σκότωσες,” είπε ο Βασιλιάς. Έδωσε το κορίτσι στο παιδί, που δεν είχε πατέρα. Έκαναν γάμο εφτά ημέρες και εφτά νύχτες. Έφαγαν ήπιαν έφτασαν στην ευτυχία τους.