Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 5 από 12

Η περιπέτεια του πατέρα μου στον Πειραιά

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

5

Του τατά μου το χουνέρι

Η περιπέτεια του πατέρα μου

Κείμενο. Ο τατά μου σο μεμλεκέτι ήτουν πεχλιβάνης. Τα σέρα του, στο πέλι τζαι στο λέτρι ενόσαντη αμόν κιουρέκα. Το γιουμπρούχι του ήτουν αντί τοχμάχι.

Τσας ήρτην σο Γινανιστάνι μο το Μουπαλετέ, έβκην σον Πειραιά. Ατζεί ξείλσην σε α χουνέρι μο τις πεζεβέγκοι. Γω ρώτησα τον τατά μου, “Τούς ενότουν το χουνέρι σου σον Πειραιά;” “Μο το Μουπατελέ ήρτα στο Σάμι σον Πειραιά. Γιαναστέσην κοντά μου αν πεζεβέγκης τζαι έφαγην τσιπ τα παράδε μου. Πηάγα σο καρακόλι να νάβρου το χάχι μου. Ρώτσην με ο Ζαπήτ, “Πως σου φάγανε τα χρήματα;” “Ήρτεν κοντά μου αν παλικάρι τζαι με είπε να πάμε να γλεντήσουμε με κορζόκκα. Με έταξην τα κιουζελήμ κορζόκκα. Ύρηψην τζαι πήρην τσιπ τα παράδα μου. Είπεν τι, “Συ είσαι ξένος, ερ να γιοχλατίσουν την τσέπη, αν τα κλέψουν. Δως μένα να πλερώνω λίγα λίγα. Πιάγασην με απηδέ τζαι απί τζεί σα ντεκέδες, να μου δείξει γκιουζελίμ κορζόκα τεϊ. Χόστου σωρεύταν πιρτέν πιρέ σο τσουφάλι μου πεντέξι χεργκελέδες, πασλάτσα μαργαώνουν πενεντάβου τουν. Γω τσαπαλατίσκα ντα χωρίσω. Πιρτέν πιρέ χάθαν πο μπρό μου. Γροίξα τα κι ατσείνα οι πεζεβέγγοι μάχσους ποίκαν ντα τον καβγκά να με ζαναχέψουν οι γιαλαντζίδες, για να ταντίσουν τα παράδε”. “Τουλάχιστον, πήγες με κανένα κορίτσι;” ρώτσεν με ο Ζαπίτης. “Γιοχ, μόνο από μακριά με τα έδειξε”! Είπα.

Ο Ζαπήτης έθατσεν μπρό μου τζαι με έδειξην ένα πάκο ταφσίρα τζαι ατζεί πέσου είδα τα. “Ένι ατε μο το μουστάκι,” είπα. Χέμεν, πήταξην δυο τζανταρμάδες τζαι ήφαράν τον ερίφη. Ρώτσην dα ο Ζαπήτ, “Πού είναι οι παράδες;” “Τα φάγαμε κυρ' Αστυνόμε όλοι μαζί, δεν υπάρχει φράγκο”, είπεν. Γιοχλάτσαν τα αλτ ουστού, τσούβρην α δεκάρα. Δώτζην τα ο Ζαπήτ έπεϊ τσιπέδες, δώτζην τζαι ο τζανταρμάς αν καό περντάχι. Είπε με ο Ζαπήτ, “Παιδί μου δεν υπάρχουν παράδες, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.” Ρώτσα τα τζαι γω το Ζαπίτη, “Πορώ να τα κουμανίσω τζαι γω λέικο;” “Πάρτον από δω,” είπε ο Ζαπήτ, “Κατέβασέ τον από τις σκάλες και δέρνε τον ώσπου να βγείτε από τον αυλόγυρο στο δρόμο και άφησέ τον. Μη σε δουν στο δρόμο να τον δέρνεις, δεν επιτρέπεται.” Δώκα τα αν καό μπερντάκι. Πάτα κιούτα κατέβασά τα στο μερτουβένι, γιουμπρουχλάνσα τα έπεϊ. “Σε παρακαλώ πατριώτη μη με σακατέψεις. Δεν έχω φράγκο να πάω σε γιατρό!” Έβγκαλά τα ση στράτα. Χοσλάνσα! Ο τατά μου σο μεμλεκέτι ήτουν ο πεχλιβάνος του χωρού. Τα σέρα του, στο πελέτσι τζαι στο λέτρι ενόσαντη αμόν φτιέρα. Το βάρος του γιουμπρουχού τσο κατέσκην dα. Ήτουν αντί τσακούτσι.

Ερμηνεία. Ο πατέρας μου στην πατρίδα ήταν παλαιστής. Τα χέρια του από το πελέκι και το αλέτρι έγιναν σαν φτυάρια. Η γροθιά του ήταν βαριά σαν κόπανος.

Όταν ήλθε στην Ελλάδα με την Ανταλλαγή, βγήκε στον Πειραιά. Εκεί έπεσε σε μια περιπέτεια με τους ρουφιάνους. Εγώ ρώτησα τον πατέρα μου “Πώς έγινε η περιπέτειά σου στον Πειραιά;” “Με την Ανταλλαγή ήλθα από τη Δαμασκό στον Πειραιά. Με διπλάρωσε ένας κολαούζος και έφαγε όλους τους παράδες μου. Πήγα στην Αστυνομία να βρω το δίκιο μου. Με ρώτησε ο Αστυνόμος, “Πώς σου φάγανε τα χρήματα;” “Ήλθε κοντά μου ένα παλικάρι και μου είπε να πάμε να γλεντήσουμε με κορίτσια. Μου έταξε όμορφα κορίτσια. Γύρεψε και μου πήρε όλους τους παράδες μου. Είπε ότι, “Εσύ είσαι ξένος και αν σε ψαχουλέψουν την τσέπη θα τα κλέψουν. Δώσε εμένα να πληρώνω λίγα λίγα. Με πήγε από δω και από κει σε ταβέρνες για να μου δείξει πανόμορφα κορίτσια τάχα τις. Ώσπου μαζεύτηκαν με μιας στο κεφάλι μου πέντε έξι αλανιάριδες και άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους. Εγώ προσπαθούσα να τους χωρίσω. Και με μιας χάθηκαν από μπροστά μου. Κατάλαβα πως εκείνοι οι ρουφιάνοι επίτηδες έκαναν τον καβγά, για να με ξεγελάσουν οι ψεύτες και να αρπάξουν τους παράδες μου.” “Τουλάχιστον πήγες με κανένα κορίτσι;” με ρώτησε ο Αστυνόμος, “Όχι, μόνο από μακριά με τα έδειξε”! Είπα.

Ο Αστυνόμος έβαλε μπρος μου και μου έδειξε ένα πάκο φωτογραφίες και εκεί μέσα τον είδα. “Είναι αυτός με το μουστάκι”, είπα. Αμέσως έστειλε δυο χωροφύλακες και έφεραν το μούτρο. Τον ρώτησε ο αξιωματικός, “Πού είναι οι παράδες;” “Τα φάγαμε κυρ Αστυνόμε όλοι μαζί, δεν υπάρχει φράγκο”, είπε. Τον έψαξαν πατόκορφα, δε βρήκαν δεκάρα. Του έδωσε μερικά χαστούκια ο Αστυνόμος, κι ένα καλό μπερντάκι ο χωροφύλακας. Μου είπε ο Αστυνόμος, “Παιδί μου δεν υπάρχουν παράδες, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.” Τον ρώτησα κι εγώ τον Αξιωματικό, “Μπορώ να τον κοπανίσω κι εγώ λίγο;” Πάρτον από δω”, είπε ο Αστυνόμος, “Κατέβασέ τον από τις σκάλες και δέρνε τον ώσπου να βγείτε από τον αυλόγυρο στο δρόμο και άφησέ τον. Μη σε δουν στο δρόμο να τον δέρνεις, δεν επιτρέπεται.” Του έδωσα ένα καλό μπερντάκι. Πάτα κιούτα, τον κατέβασα από τις σκάλες, του έδωσα μερικές γροθιές. “Σε παρακαλώ πατριώτη μη με σακατέψεις. Δεν έχω φράγκο να πάω σε γιατρό”, είπε. Τον έβγαλα στο δρόμο. Ευχαριστήθηκα! Ο πατέρας μου στην πατρίδα ήταν ο παλαιστής του χωριού. Τα χέρια του από, το πελέκι και από το αλέτρι έγιναν όμοια φτυάρια. Το βάρος της γροθιάς του δεν το γνώριζε. Ήταν σαν βαριοπούλα.