Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 4 από 12

Η στρατιωτική θητεία του πατέρα μου

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

4

Του τατά μου το ασκερλίκι τζαι ο γάμος.

Η στρατιωτική θητεία του πατέρα μου και ο γάμος

Κείμενο. Σου Σεφεμπερλίκι τον ταρό σα 1919, ο τατά μου ήτουν κουμπάρος σο γάμο του εμμόγλη του του Σάββα. Αν τζερετζή πηάγαν σ' ην Εκκλεσία του χωρού, “των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού” τζάπου ήτουν παπάς ο παππούκα μου παπά Μάρκος τζαι ο τατά μου ήτουν ψάλτης. Τζας πιτιέσην η Θεία Λειτουργία πήκαν τζαι το μυστήριο του γάμου. Τζας έβγκαν ζ' Εκκλεσίας το χαβλού, ατζεί μπεκλετίσκαν οι τζανταρμάδες. Πιέσαν το γαμπρό τζαι τον κουμπάρο ντα παγάσουν σ' ασκερλίκι. Ήσαντε χως 18-20 χρονώ παλικαρόκκα. Η νύφη υρίστην σο σπίτι του, σον τατά του κοντά τζαι ση μα του. Γαβουστιέσην μο τον άντρα του δύο χρόνες στο μουμπαλετέ στέρου, σα 1926, σο Γιονανιστάνι, αδέ σο Τζιτζιλέρι (Πετρανά Κοζάνης). Τα παλικάρα πάγασάν dα σο Αμελέ ταπουρί. Νε τουφάγκι νέ κιλίτζι, νε φυσεκλίκια. Δώκαν dα α ξυνάρι τζαι α φτιέρι. Τσαλιστέγκαν μο τον όηλο την εβήτσα χως του να σκοτεινιέσει. Στρώγκαν στράτες σα ρουσία να δεβεί τ' ασκέρι των Τούρκων. Πνόγκαν τσάπου τσαλιστέγκαν. Είχαν αν κετσεδόνα παττανία. Γιαρού τοσέκι σο χώμα πάνω, τζαι γιαρού γιοργκάνι, στσεπαζούσανται. Στα δυο μήνες στέρου ηύραν α φουρσάντι τζαι ενόσαντοι κατσάχοι στο ταπούρι. Ο κουμπάρος πήγην ση Συρία γιαγιάν σα ρουσία τζαι σα ντερέδε πέσου. Ο γαμπρός πήν κεντίκελέν σον γιονανιστάν ασκερί του πολεμάγκην ση Μικρά Ασία. Οι Τούρτσοι τα δύο κατσάκους δέβασάν dα μπούλμαγιαν στο ασκερί μαχκεμέ. Τόινα μπίρ τεφά ολούμ τζεζασινά, για ασκερτέν κατσμά τζαι τάβου ικί τεφά ολούμ τζεζασινά για ασκερτέν κατσμά τζαι ελέ βερμέ. Μο το μπαρισμά ενότουν άφετμε. Τζαι ήρταν σο Γιονανιστάνι μο το Μουμπαλετέ. Ο γαμπρός πήν σην Κοζάνη με τζούβρην τη ναίκα του. Ατζείνο πην σο Γεννιτζέ μο τον χοραντά του. Στα δύο χρόνεις στέρου ήβρεν τον άντρα τ'ς σο Τζιτζιλέρι. Ο κουμπάρος ήρτην στο Χαλέπι σον Πειραιά. Πασλάτσην να ρωτά ρας κελέν, τις μουγατζίροι, οι χωρότοι του οι Ανταλλάξιμοι στα Φάρασα πού βρίσκονται dεΐ. Σορά σορά έμαθην κι οι χωρότοι του, το σόι του ήσαντε σα Γρεβενά. Ατζεί ήτουν ο Δεσπότ του τανιτίσκαν, ο πρώην Καισαρείας Νικόλαος. Πην ατζεί τζαι ηύρεν το κορτζόκκο του ηρεύκην τε στο μεμλεκέτι. Το κορτζόκκο σο μεμλεκέτι ήτουν οτζαχλούς τζαι τζο παίρκην του παπά το γιο. Με σα μου ήρταν σο Γιονανιστάνι, τσιπ φουχαρέδες τζαι τζείνο ρφανό κορζόκκο, ενότουν η καρτία του τζαι παραδόθαν! Πασχά τσαρές τζούτουν να πάρουν δέκα τονούμα κλήρος. Ατζείνο τον ταρό ενόσαντι πουγά γάμοι για κλήρο.

Την Ερμηνεία. Στης Επιστράτευσης τον καιρό στα 1919, ο πατέρας μου ήταν κουμπάρος στο γάμο του ξαδέλφου του Σάββα. Μια Κυριακή πήγαν στην Εκκλησία του χωριού, “των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού” όπου ήταν εφημέριος ο παππούς μου ο παπά Μάρκος και ο πατέρας μου, γιος του παπά, ήταν ψάλτης. Καθώς τελείωσαν με τη Θεία Λειτουργία, έκαναν και το μυστήριο του γάμου. Όταν βγήκαν, στην αυλή της Εκκλησίας, εκεί περίμεναν οι πολισμάνοι. Έπιασαν τον γαμπρό και τον κουμπάρο, για να τους πάνε για επιστράτευση. Ήταν παλικαράκια ως 18-20 χρονών. Η νύφη γύρισε στο σπίτι, κοντά στον πατέρα της και στη μάνα της. Αντάμωσε με τον άντρα της δυο χρόνια ύστερα από την Ανταλλαγή πληθυσμών, στα 1926, εδώ στην Ελλάδα, στο Τζιτζιλέρι (νέο όνομα Πετρανά Κοζάνης). Τα παλικάρια τα πήγαν στα Τάγματα εργασίας. Μήτε όπλο μήτε λόγχη ούτε φυσεκλίκια. Τους έδωσαν μία σκαπάνη και ένα φτιάρι. Δούλευαν με τον ήλιο, την αυγή ώσπου να σκοτεινιάσει το βράδυ. Έστρωναν δρόμους στα βουνά για να περάσου τα τουρκικά στρατεύματα. Κοιμόνταν όπου δούλευαν. Είχαν μια κουβέρτα από κετσέ. Μισή για στρώμα στο χώμα πάνω, και την μισή για πάπλωμα να σκεπάζονται. Ύστερα από δυο μήνες βρήκαν ευκαιρία και έγιναν λιποτάκτες από το τάγμα. Ο κουμπάρος πήγε στη Συρία ποδαράτα, ανάμεσα από βουνά και ρεματιές. Ο γαμπρός πήγε αυτόμολος στον ελληνικό στρατό που πολεμούσε στη Μικρά Ασία. Οι Τούρκοι πέρασαν τους δύο λιποτάκτες ερήμην από το στρατοδικείο. Ο ένας καταδικάστηκε άπαξ εις ποινή θανάτου για λιποταξία από το στρατό και ο άλλος καταδικάστηκε δις εις θάνατο για λιποταξία εν καιρώ πολέμου και για παράδοση στον εχθρό. Με την ειρήνη δόθηκε αμνηστία. Και ήλθαν στην Ελλάδα με την Ανταλλαγή. Ο γαμπρός πήγε στην Κοζάνη μα δε βρήκε τη γυναίκα του. Εκείνη πήγε στα Γιαννιτσά με την οικογένειά της. Ύστερα από δυο χρόνια βρήκε στα Πετρανά τον άντρα της. Ο κουμπάρος ήλθε από τη Δαμασκό στον Πειραιά. Άρχισε να ρωτά στην τύχη τους πρόσφυγες, οι πατριώτες του οι Ανταλλάξιμοι από τα Φάρασα πού βρίσκονται. Ρώτα ρώτα έμαθε πως οι χωριανοί και το σόι του βρίσκονταν στα Γρεβενά. Εκεί ήταν ο Δεσπότης που γνώριζαν, ο πρώην Καισαρείας Νικόλαος. Εκεί πήγε και βρήκε το κορίτσι που ζητούσε από τότε στην πατρίδα. Το κορίτσι στην πατρίδα ήταν από τζάκι και δεν έπαιρνε το γιο του παπά. Όμως όταν ήλθαν εδώ στην Ελλάδα, ήταν όλοι φτωχοί και εκείνη, ορφανό κορίτσι, μαλάκωσε η καρδιά της, συμβιβάστηκε και παντρεύτηκαν! Άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να πάρουν δέκα στρέμματα κλήρο. Εκείνο τον καιρό έγιναν πολλοί γάμοι για κλήρο.