Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 17 από 19
Το Φερτέκι. Η γάτα, ο σκύλος και η σφραγίδα
-
Το Φερτέκι (Uzumlu = αμπελώνας, uzum=σταφύλι). Το Φερτέκι ήταν 111 χλμ. ΝΔ της Καισάρειας και 5 χλμ. Δ της Νίγδης. Κατά την Ανταλλαγή είχε Έλληνες ελληνόφωνους 126 οικογένειες – 430 ψυχές⟨56⟩ και περίπου 2500 Τούρκους. Ήταν Μουτουρλίκι που υπαγόταν στο Μουτεσαριφλίκι της Νίγδης και στο Βαλελίκι Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου. Οι πρόσφυγες σκόρπισαν στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης (Βενιζελοχώρι).
17
Fertek Το πισίκα, το κουτάβ, το μουχούρ (R. M. Dawkins, 1, σ. 328)
Ήτουν ένα παιdί κ΄ ένα ναίκα. Dεν είχαν ψωμί να φαν. Είχανε κ' ένα πισίκα κ΄ ένα σκυλί. Και τo παιdί παίνισκε, çαλέστινε, και φέρισκε ψωμνιά, και τρώισκαν. Ένα μέρα dεν πήγε σ' όργο. Πήγε 'ς ένα γιqέχ, ήβρε ένα μöχüρ. Γιαλάτσεν dο, έβghεν ένα άτρωπο ομbρό τ, και είπεν dο, “Τί gρέβεις;” Κ' εκείνο είπε, “Gρέβω παράιγια.” Έdεκέν dο παράιγια. Και πήγε σο σπίτ, και έdεκε τα παράιγια σο μάνα τ. Και μάνα τ αγόρασε κιριάς, έπσασέν dο. Κ' έφαγάν dο.
Ένα μέρα το μάνα τ πήγε σο πατισάχ, σο παιdί τ να dεκ το κορίçι τ. Και το πατισάχ είπε, “Ζεν γιαφτού τα σπίτια αν κη σπίτια, να dέκω το κορίçι μ.” Και μητέρα τ κλαίισκε, και ήρτε σο σπίτι τ, και είπε σο παιdi τ, “Αν κη σπίτια ζεν γιαφτού τα σπίτια, να dέκω το κορίçι μ.,” είπε, κ' εκείνο, “Καλό,” είπε. Κ' εκείνο έπκε ζαμ πατισαχιού τα σπίτια. Και ποίκαν γάμο. Και έdεκε το κορίçι τ το μöχüρ. Γιαλάτσεν dο, ομbρό τ 'εβghενε ένα dεβρίς, και είπε, “Τί gρέβεις;” Κ' εκείνο είπε, “Το σπίτ να το σκώσω, να το κω είκοσι qονάχια.” Νύχτα dο παιdί και μάνα τ πάλ πόμαν εκεί σα σπίτια. Πατισαχου το κορίç πήγε σα bασκάγια τα σπίτια. Το πατισάχ σαbαχdάν σκώτην, τράνσε, dεν dα ήβρε dα qονάχια. Çεghερdά παιγιού dο μάνα και λέχ σ' ετό, “Τί ένναν dα qονάχια;” Κ' εκείνο λέχ σ' ετό “Dεν dο ξέβρω.”
Dο πισίκα και το σκυλί παίνουνε, ηβρίσκουνε πατισάχου τνε τα σπίτια, και εκεί πομίσκουν, μαίνουν απ' το περεντjέ. Και νύχτα πατισάχου το κορίç πότε κοιμάτουν, το πισίκα έπιασε ένα πονdικό, και είπε 'ς ετό, “Γιά να μη σε φάγω, το qουριούχο ς να το μάσης σο μύτα τ.” Κ' εκείνο σαν dο είπεν, ούçα έπκεν dο. Πατισάχου dο κορίç έβηχσε, και το μöχüρ απ' το στόμα τ σεçεράτσε. Το πισίκα πήρε dο, και έφυγε με dο σκυλί.
Ήρταν 'ς ένα dενιζιού dο κενάρ. Κ' εκεί dο πισίκα και dο σκυλί έπκαν gαβγά. “Ογώ να το πάρω το μöχüρ dεΐ,” Και το πισίκα είπεν σο σκυλί, “Εσύ τωρείς τα σκυλιά και χαβλαdάς, και το μöχüρ απ το στόμα ς ρίφτεις το σο dενίς, dεν bορούμ να το πάρουμ.” Και dο σκυλί dεν έπιασε dα λαqερdιά τ, και πήρεν dο dο μöχüρ dο σκυλί. Πότε παίνουν απ το dενις, το σκυλί χαβλάτσεν, και το μουχούρ έπεσε σο dενις. Και εκεί έκαçαν dα jο. Κ' εκεί ήρτε ένα άτρωπο, και αjίτσεν dα. Και απ το dενίς έβγαλε ένα ψαρ, και bέλσεν το, κ' έdεκέν dο σο πισίκα και σο σκυλί. Dο πισίκα είπε σο σκυλί, “Έλα πασάμ, dο μöχüρ ήβρα το.” Το πισίκα και dο σκυλί πήγαν σα σπίτια τνε, κ' εκεί το μöχüρ έριψάν dο παιγιού dο qοjάχ. Και σόγνα το παιδί γιαλάτσε το μöχüρ και έβghεν ένα dεβρίς και είπε, “Τί gρέβεις;” Tο παιdί είπε, “Gρέβω ιπτάχνου τα σπίτια.” Και σόγνα τα σπίτια τ ήρταν πάλ σο τόποσι τ. Το παιdί γιαλάτσε το μöχüρ έβghεν ένα dεβρίς,είπε, “Τί gρέβεις;” “Να φέρεις το κορίτς του πατισάχου”. Ήφαρην dα, ποίκαν γάμος οφτά ημέρες τζαι οφτά νυέχτες. Ήρτε τζαι ο πατισάχος τζαι έθητζην το γαμπρό σον τόπο του, έντονε Πατισάχος.
Ερμηνεία. Φερτέκι Η γάτα, ο σκύλος, σφραγίδα
Ήταν ένα παιδί και μια γυναίκα. Δεν είχαν ψωμί να φαν. Είχαν και μια γάτα και ένα σκυλί. Και το παιδί πήγαινε εργαζόταν και έφερνε ψωμιά και έτρωγαν. Μια μέρα δεν πήγε στην εργασία. Πήγε σε ένα χάλασμα βρήκε μια σφραγίδα. Την έγλειψε βγήκε ένας άνθρωπος εμπρός του και του είπε, “Τί γυρεύεις;” Κι εκείνος είπε, “Γυρεύω παράδες.” Του έδωκε παράδες. Πήγε στο σπίτι του και έδωσε τους παράδες στη μάνα του. Και η μάνα του αγόρασε κρέας, το έψησε. Και το έφαγαν.
Μια μέρα η μάνα του πήγε στο Βασιλιά, να δώσει στο παιδί της το κορίτσι του. Ο Βασιλιάς είπε, “Σαν αυτά τα σπίτια αν κάνει σπίτια, να δώσω το κορίτσι μου.” Και η μητέρα έκλαιγε και ήλθε στο σπίτι και είπε στο παιδί της, “Αν κάνει σπίτια σαν αυτά τα δικά μου σπίτια, να δώσω το κορίτσι μου',” είπε κι εκείνος “Καλά θα κάνω.” Κι εκείνος έκανε σπίτια σαν τα σπίτια του Βασιλιά. Και έκαναν γάμο. Και έδωσε στο κορίτσι του τη σφραγίδα. Την έγλειψε, βγήκε μπρος της ένας δερβίσης, και είπε, “Τί γυρεύεις;” Κι εκείνη είπε, “Να σηκώσω το σπίτι μου και να το κάνω είκοσι κονάκια.” Τη νύχτα το παιδί και η μάνα του πάλι έμειναν στα παλιά τα σπίτια. Το κορίτσι του Βασιλιά πήγε στα άλλα τα σπίτια. Ο Βασιλιάς σηκώθηκε το χάραμα πρωί, παρατήρησε, δε τα βρήκε τα κονάκια. Προσκαλεί τη μάνα του παιδιού και λέι σε αυτήν, “Τί έγιναν τα κονάκια;” Κι εκείνη λέει σ' αυτόν, “Δεν το ξέρω.”
Η γατούλα με το σκύλο πηγαίνουν, βρίσκουν τα σπίτια του Βασιλιά, μπαίνουν από το παράθυρο και μένουν εκεί. Και τη νύχτα το κορίτσι του Βασιλιά όταν κοιμόταν, η γατούλα έπιασε ένα ποντικό, και είπε σ' αυτόν, “Για να μη σε φάω, θα βάλεις την ουρά σου στη μύτη της.” Και εκείνη καθώς του είπε έτσι και έκαμε. Το κορίτσι του Βασιλιά έβηξε και η σφραγίδα από το στόμα της ξεπετάχτηκε. Η γατούλα πήρε τη σφραγίδα και έφυγε με το σκυλί.
Ήλθαν σε μια ακτή της θάλασσας. Κι εκεί η γατούλα με το σκυλί έπιασαν καυγά. “Εγώ θα πάρω τη σφραγίδα.” Και λέει η γατούλα στο σκυλί, “Εσύ θωρείς σκυλιά και γαβγίζεις, από το στόμα σου ρίχνεις τη σφραγίδα στη θάλασσα,και δεν μπορούμε να την πάρουμε.” Ο σκύλος δεν έπιασε τις κουβέντες της, και πήρε ο σκύλος τη σφραγίδα. Μόλις μπαίνουν στη θάλασσα, ο σκύλος γάβγισε και έπεσε η σφραγίδα στη θάλασσα. Εκεί κάθισαν τα δυο. Κ' εκεί ήλθε ένας άνθρωπος και τα λυπήθηκε. Κ' έβγαλε από το νερό ένα ψάρι. Και το χώρισε και το έδωσε στη γάτα και στο σκύλο. Η γάτα λέει στο σκύλο, “Έλα πασά μ', τη βρήκα τη σφραγίδα.” Η γάτα και ο σκύλος πήγαν στα σπίτια τους και εκεί έριξαν τη σφραγίδα στον κόρφο του παιδιού. Και ύστερα το παιδί έγλειψε τη σφραγίδα και βγήκε ένας δερβίσης και είπε, “Τί γυρεύεις;” Και το παιδί είπε, “Γυρεύω τα προηγούμενα σπίτια που είχα.” Και ύστερα τα σπίτια ήλθαν πάλι στον τόπο τους. Το παιδί έγλειψε τη σφραγίδα και βγήκε ένας δερβίσης και είπε, “Τί γυρεύεις;” είπε, “Να φέρεις το κορίτσι του Βασιλιά”. Την έφερε, έκαναν γάμο εφτά ημέρες και εφτά νύχτες. Ήλθε και ο Βασιλιάς και έβαλε τον γαμπρό στον τόπο του, έγινε Βασιλιάς.
Σημειώσεις
- ⟨56⟩ Τέλη του 19ου αι. Είχε 500 οικ. - Ι500 άτομα. Είχε δέκα εκκλησίες και αγίασμα των Αγίων Αναργύρων. Γλώσσα καππαδοκική “Εχαλινίν λισανή ρούμδζα ισέδε...πάζη τουρκδζε κελιμελερί ιλέ μαχλούδηρ – Η γλώσσα του πληθυσμού είναι ελληνική με ανάμιξη τουρκικών λέξεων” Ι. Η. Κάλφογλους “Μονή¨ σ. 150. ↩