Τα Φάρασα (Βαρασός). Τα Φάρασα βρισκόταν 90 χλμ. Νότια της Καισαρείας και 100 χλμ. Β-ΒΑ των Αδάνων. Μισή ώρα έξω από τον οικισμό περνούσε ο ποταμός Ζαμάντης (Ονοπνίκτης⟨51⟩ των Βυζαντινών). Την ημέρα της Ανταλλαγής είχε Έλληνες ελληνόφωνους 204 οικογένειες, 583 άτομα (Κ. Μ. Σ.). Υπήρχαν ακόμη μία ή δύο οικογένειες Τούρκοι φύλακες (πεκτσίδες). Στα Φάρασα λειτουργούσαν δύο Μουχταρλίκια. Ένα στον πάνω μεχά, μέτοικοι από το Ξουρδτζάιδι που διαλύθηκε μερικές δεκαετίες πριν την ανταλλαγή, και ένα στον κάτω μεχά, που ήταν αρχαιότερο. Υπάγονταν στο Μουτουρλίκι του Γιάχγιαλι, στο Μουτεσαριφλίκι της Καισαρείας και στο Βαλελίκι της Άγκυρας. Εκκλησιαστικά τα Φάρασα ανήκαν στη Μητρόπολη της Καισαρείας.
Ο Οκτάβ Μερλιέ γράφει για τα Φάρασα: "Χαμένα μέσα στα υψίπεδα της Καππαδοκίας τα Φάρασα, στα βάθη της Μικράς Ασίας, παρέμειναν μια εστία Ελληνισμού. Εκεί πάνω δεν ήταν πλέον Ευρώπη, είναι Ανατολή. Και όμως τα Φάρασα είναι το πρώτο προκεχωρημένο φυλάκιο της Ευρώπης".⟨52⟩
Τα Φάρασα ήταν απομονωμένα, όχι μόνο από όλα τα αστικά και ημιαστικά κέντρα της Καππαδοκίας, αλλά ακόμη και από της αποικίες τους. Ωστόσο, ήταν η μητρόπολη όλων των Φαρασιώτικων ομόγλωσσων χωριών: Αφσάρι, Σαττί, Κίσκα, Τσουχούρι και Καρσαντί. Συνεπώς εκεί γίνονταν τα σπουδαιότερα θρησκευτικά και λοιπά πολιτιστικά και πολιτισμικά δρώμενα, τα οποία σχεδόν πάντοτε ήταν συνυφασμένα με θρησκευτικά λατρευτικά έθιμα. Τα Φάρασα ήταν μια κωμόπολη χτισμένη πάνω σε απρόσιτα φαράγγια του Αντίταυρου, στο μέσο περίπου της απόστασης ανάμεσα στην Καισάρεια και στα Άδανα. Καρόδρομοι δεν υπήρχαν σε απόσταση 40 - 50 χιλιόμετρα.
Πρέπει να τονίσουμε όμως, πως δεν υπήρχε σχέση εξαρτήσεως "μητρόπολης προς αποικίες" ανάμεσα στο Βαρασό και στα γύρω χωριά. Οι κάτοικοι των αποικιών πήγαιναν στο Βαρασό στις μεγάλες γιορτές και στα πανηγύρια (ζιαρέτ). Οι αποικίες όμως ήταν, κατά κανόνα, πιο εύρωστες οικονομικά. Οι Βαρασιώτες πήγαιναν το καλοκαίρι ως εποχικοί εργάτες στις αποικίες που βρίσκονταν σε οροπέδιο πιο χαμηλά από το Βαρασό.
Η Μέλπω Μερλιέ αναφέρει: «Τα Φάρασα (σ. σ. ο Βαρασός) και οι Αποικίες δεν είχαν, όπως θα νόμιζε κανείς, πολλές σχέσεις μεταξύ τους. Οι αποικίες πήγαιναν στα Φάρασα στις μεγάλες γιορτές, ενώ μερικοί Βαρασιώτες, τα τελευταία χρόνια, πήγαιναν και θέριζαν στις αποικίες εκτός της Κίσκας. Σ’ αυτό περίπου περιορίζονταν οι συναλλαγές μεταξύ μητρόπολης και αποικιών. Οι Φαρασιώτες δεν ταξίδευαν τόσο προς ανατολάς, όσο βόρεια και νότια...».⟨53⟩
Ο Ιστορικός Π. Καρολίδης αναφέρει⟨54⟩: «Τα Φάρασα είναι σπουδαίον λείψανον της Βυζαντινής και μεσαιωνικής Καππαδοκίας και του Καππαδοκικού Βυζαντινού Ελληνισμού. Γνησιότερος τύπος της Καππαδοκικής γλώσσης, αι πλείσται Καππαδοκικαί λέξεις, και εν γένει τα σπουδαιότερα, ως μοι φαίνονται, λείψανα της γλώσσης εκείνης εσώθησαν εν τη γλώσση των Φαρασιωτών... Επειδή η Φαρασιωτική διάλεκτος είναι η σπουδαιότερα διασώσασα λείψανα της εν Καππαδοκία λαλουμένης ποτέ προελληνικής Αρίας, ταύτην κυρίως έχομεν υπ' όψιν ομιλούντες υπό γλωσσολογικήν έποψιν περί της Ελληνικής διαλέκτου της Καππαδοκίας". Και ακόμη «. . .τα δε Φάρασα αποτελουσι την μόνην απωσούν πολυάνθρωπον κωμόπολιν εν μέσω των κατά τας συσκίους κλιτύας ή αποτόμους φάραγγας πλανωμένων νομαδικών τουρκομανικών φυλών, ένθεν δε υπό ιστορικήν και εθνολογικήν έποψιν οι κάτοικοι των Φαράσων μετά της Χριστιανικής θρησκείας, της αρχαϊκής αυτών Ελληνικής διαλέκτου ανακαλούσιν εις τον νουν του περιηγητού ολόκληρον ιστορικόν κόσμον του παρελθόντος εν μέσω της Σκυθών ερημίας του ενεστώτος. Τα Φάρασα είναι σπουδαίον λείψανον της Βυζαντινής και μεσαιωνικής Καππαδοκίας και του Καππαδοκικού Βυζαντινού Ελληνισμού, οίος εμορφώθη ούτος εκ της αναμίξεως των παλαιών Καππαδοκών μετά των εποικησάντων Ελλήνων, συγχωνευθέντων δια του χριστιανισμού. Είναι δε και σπουδαίον κέντρον των κατά τον νότιον Αντίταυρον διεσπαρμένων Ελληνοφώνων Καππαδοκών. . .».
16
Φάρασα. Χαχλούς τζαι χαχσούζης (R. M. Dawkins, 5, σ. 482)
Σηκώθη τζαι bα σηκώθη. ‘Σ αμ bρο το ζαμάνι, ήτουνε α φσάχι, πάνκε νάβρει α κισμέτι. Φόdες πάνκε, ήρτεν λ’ εν άβου φσάχι. Φοdες πάνκαν ση στράτα, πείνασαν. Είπεν dι τόινα το φσάχι, «Έβgαλ τη χρεία σου dα φάμε τζαι στέρου να φάμε το μόνα». Έφαγαν του φσαχού το ψωμί. Στέρου πείνασαν bάλι. Είπεν dι κι «Έβgαλ τη χρεία σου, dα φάμε». Είπεν dι τζαι τ' άβο το φσάχι, «Ήσουν αχμάχος, έβgαλες τη χρεία σου, έφαμ dα. Γω πάλι ανd’ εσέν είμαι να βgάλω τη χρεία μου, dα φας;» Είπεν dι τζαι τ’ άβου το φσάχι, «Μετ’ εμένα να μήν έρτζεσαι. Χωρίστου».
Χωρίστη. Πήγε dο φσάχι. Πήγε, ήβρε α σπήλος. Έμbη σο σπήλομ bέσου. Είδεν dι κι, ένι νιστία. Χτάραξε τη νιστία, θερμάθη. Κάτσε ατζεί σως του να βραδύνει. Σαμού βράδυνε, στέρου είδεν dι κι ξείλσαν λιέγα κουτούκε. Το φσάχι φοήθη. Ήτουν λ’ ε σπήλος πέσου. Έμbημ bέσου. Στάθη λέικο. Είδεν dι κι εμώθαν οι ασλάνοι, οι μαλιέροι, οι καρτζουλιέgοι, οι αγοί, οι αποί, οι πουρτσούχε. Κάdζανε, θερμάθαν. Φοdές καθούσανdαι, είπεν dι κι ασλάν, «Σήμερον σεις ποζ εφάγατε;» Είπεν dι κι τζ’ απόκκος, «Γω πηάγα σο χωρίο. Έμbα ‘ς αν κουμάσι bέσου, ήβρα λιέγα ρνίθε. Έφαγά τα. Έχω τζαι σο Καbάνι σο λιθοθώρι αν ζουτζόκκο λίρες. Πάγω, γρέβω ατζείνο, σαίρομαι, έρχομαι.»
Ξημέρεψε. Στέρου σηκώθη dο φσάχι, πήγε σο Καbάνι σο λιθοθώρι. Ήγρεψε, ήβρε τ’ αλτούνε. Έβgαλεν dο το ιτέριν dου έμοσέν dα, φορτώθην dα. Φοdες ερχότουν ση στράτα, ήρτε ο γιολdάσης του, bεν dι κι, «Άτσουνdο λίρες πού τα ήβρες; Νόμας τ’ εμένα λιέγα.» Είπεν dι τζ’ ο γιολdάσης του, «Άμε σο φιλάνι σο σπήλο. Να σε δείξουν τζ’ εσένα λίρες.»
Πήγε τζαι σο σπήλο. Σαμού βράδυνε, πήγε σο σπήλο. Πήρεν τζ’ α σακοράφι, έμπη σο σπήλο. Είδεν dι κι, ήρταν οι μαλιέροι, οι ασλάνοι, οι καρτζουλιέgοι. Κάτζαν σο σπήλομ bέσου. Είπεν dι κι πάλι, «Σήμερο bοζ εφάγατε, τζαι ποζ εφάγετε;» Είπαν dα πιτούνι, έφαγαν αdέ τζαι ‘dέ. Απόκκος μάβρωσε. Ύρσεν τον gων dου ατζά το μέρο. Είπαν dι κι τζαι οι ασλάνοι, «Σο τίπος είσαι τασαλούς σήμερο αοπός εφεντί;» Είπεν dι κι απόκκος, «Είπα σες ψα, τις λίρες μου, σήμουρου τζούβρατα, πήρετέ dα.» Είπαν dι κι οι καρζτουλιέgοι, «Μεις τζο πήραμ dα. Αμούν να ήτουν αδέ πέσου α νομάτ. Σήκο, αμ’ παραμύρα, να ιδούμε, νομάτ ένι.» Τζ’' απού πήγε απόκκος να παραμυρίσει, τζένσεν dα ο νομάτ μο dο σακοράφι. Τσίριξε απόκκος, «Ολάν τζεντά, ολάν τζεντά.» Στέρου πήγε ο μαλιέρ πέσου, Τζ’ απού τα τζένσε σο ποράδι, τζίριξε ο μαλιέρ, «Σάικι τζενdά.» Είπεν dι κι τζ’ ασλάν, «Ατό τίς ένι; Εν α νομάτ.» Τζ’ απού σηκώθη ασλάν, έμbη πέσου, πιέσεν dα στο σέρι. Τζ’ απού τα τάβρησε, τζένσεν ο νομάτ. Είπεν dι τζ’ ασλάν, «Τζένdα, τζένdα.» Έφαρέν dα, μούχσεν dα ση νιστία, ψήθη. Έφαγαν, έπαν, έφτασαν σα μουράτε τουν.
Ερμηνεία. Φάρασα. Ο δίκαιος και ο άδικος
Σηκώθηκε και πάλι σηκώθηκε. Τον παλιό καιρό, ήταν ένα παλικάρι, που πήγαινε να βρει την τύχη του. Καθώς πήγαινε, ήλθε και ένα άλλο παλικάρι. Όπως πήγαιναν στη στράτα, πείνασαν. Είπε το ένα παλικάρι, «Βγάλε το προσφάι σου να φάμε και ύστερα τρώμε το δικό μου». Έφαγαν το ψωμί του παλικαριού. Ύστερα πείνασαν πάλι. Είπε το άλλο παλικάρι, «Βγάλε τη χρεία σου να τη φάμε». Είπε και το άλλο το παλικάρι, «Ήσουν ανόητος, έβγαλες τη χρεία σου να τη φάγαμε. Εγώ πάλι θαρρείς πως είμαι σαν και σένα, να βγάλω το προσφάι μου να το φας;» Είπε και το άλλο το παλικάρι, «Με εμένα να μην έρχεσαι. Να αποχωριστείς».
Χωρίστηκε. Έφυγε το αγόρι. Πήγε βρήκε μια σπηλιά. Μπήκε μέσα στη σπηλιά. Είδε πως είναι τζάκι. Σκάλισε την εστία, ζεστάθηκε. Κάθισε εκεί ώσπου να βραδιάσει. Όταν νύχτωσε, ύστερα είδε πως έπεσαν λίγα κούτσουρα. Το αγόρι φοβήθηκε. Ήταν ακόμη μια σπηλιά πιο μέσα. Μπήκε μέσα. Στάθηκε λίγο. Τότε είδε πως γέμισε ο τόπος από τα λιοντάρια, τους τριχωτούς και οι τίγρεις, οι λαγοί, οι αλεπούδες, και τα κουνάβια. Κάθισαν και ζεστάθηκαν. Καθώς κάθονταν, ρώτησε το λιοντάρι ότι, «Σήμερα εσείς τί φάγατε;» Είπε τότε η αλεπού ότι, «Εγώ πήγα στο χωριό. Μπήκα μέσα σ’ ένα κοτέτσι, βρήκα λίγες όρνιθες. Τις έφαγα. Έχω και στο Καμπάνι⟨55⟩ στην ξερολιθιά μια σταμνούλα γεμάτη λίρες. Πηγαίνω βλέπω εκείνα, χαίρομαι και έρχομαι.»
Ξημέρωσε. Ύστερα σηκώθηκε το παλικάρι, πήγε στο Καμπάνι στην ξερολιθιά. Κοίταξε, βρήκε τα χρυσά. Έβγαλε το σαλβάρι του, το γέμισε, το φορτώθηκε. Καθώς ερχόταν στη στράτα, ήλθε ο συνοδοιπόρο του, είπε, «Τόσες πολλές λίρες πού τις βρήκες; Δώσε και σε μένα λίγες.» Του είπε και ο σύντροφός του, «Πήγαινε κι εσύ κάπου σ' εκείνη τη σπηλιά. Να σου δείξουν κι εσένα πού είναι οι λίρες.»
Και πήγε στη σπηλιά. Όταν βράδιασε, μπήκε στη σπηλιά. Πήρε και μια σακοράφα, μπήκε στη σπηλιά. Είδε πως ήλθαν οι τριχωτοί, τα λιοντάρια και οι τίγρεις. Κάθισαν όλοι μέσα στη σπηλιά. Είπε πάλι το λιοντάρι ότι, «Σήμερα τί φάγατε και πώς τα φάγατε;» Είπαν όλοι πως έφαγαν διάφορα, αυτό και αυτό. Η αλεπού θύμωσε. Γύρισε τον πισινό της προς τη μεριά τους. Είπαν τότε τα λιοντάρια, «Για ποιο λόγο είσαι συγχυσμένη σήμερα κυρία αλεπού;» Είπε κι η αλεπού, «Σας είπα ψες για τις λίρες μου, σήμερα πήγα δεν τις βρήκα, μήπως μου τις πήρατε;» Είπαν και οι τίγρεις, «Εμείς δεν τα πήραμε. Μήπως ήταν εδώ μέσα ένας άνθρωπος; Σήκω, πήγαινε μύρισε, να δούμε, μήπως είναι ένας άνθρωπος.» Και καθώς πήγε η αλεπού να οσφρανθεί, την κέντησε ο άνθρωπος με τη σακοράφα. Τσίριξε η αλεπού, «Βρε σεις κεντάει, βρε σεις κεντάει.» Ύστερα πήγε ο τριχωτός μέσα. Καθώς τον τσίμπησε στο πόδι, τσίριξε ο τριχωτός, «Στ' αλήθεια κεντάει.» Είπε και το λιοντάρι, «Αυτός ποιος είναι; Ένας άνθρωπος.» Σηκώθηκε το λιοντάρι μπήκε μέσα, τον έπιασε από το χέρι. Και καθώς τον τράβηξε, τον κέντησε ο άνθρωπος. Είπε το λιοντάρι, «Κέντα, κέντα.» Τον έφερε τον άνθρωπο, τον έχωσε μέσα στο τζάκι, ψήθηκε.
Έφαγαν, ήπιαν έφτασαν στις ευτυχίες τους.
Σημειώσεις
- ⟨51⟩ Την Άνοιξη που λιώνουν τα χιόνια στα βουνά, η κοίτη του ποταμού πλημμυρίζει. Το ρέμα είναι ορμητικό και παρασύρει παρόχθια δέντρα και ενίοτε μικρά ζώα πρόβατα και λοιπά που τυχόν θα βρεθούν στο διάβα του. Κάποτε παρέσυρε κει ένα γάιδαρο, οπότε του έμεινε επί Βυζαντινών το όνομα “Ονοπνίκτης”. ↩
- ⟨52⟩ O. Merlier. PROVERBES DE FARASSA TRADUITS DU GREC D' APRES L' EDITION LOUCOPOULOS – LOUCATOS PAR OCTAVE MERLIER. έκδ. Κ Μ Σ. ATHENES 1951, σ. 13. ↩
- ⟨53⟩ Μέλπως Λογοθέτη - Μερλιέ “ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ”, ΚΜΣ “ΔΕΛΤΙΟ” ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ σ. 69. ↩
- ⟨54⟩ Π. Καρολίδου “Γλωσσάριον συγκριτικόν ελληνοκαππαδοκικών λέεων, ήτοι η εν Καππαδοκία λαλουμένη ελληνική διάλεκτος και τα εν αυτή σωζόμενα ίχνη της αρχαίας Καππαδοκικής γλώσσης.” Εν Σμύρνη 1885 σ. 31-37 ↩
- ⟨55⟩ Καbάνι (Καπάνι): Τοποθεσία στο Βαρασό με αμπέλια και κήπους. ↩