Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 6 από 19

Η Μαλακοπή. Δυο αδέλφια, ο έξυπνος κι ο κουτός

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

Μαλακοπή. Η Μαλακοπή (Melegubu) ήταν (Μουχταρλίκι) και ανήκε στην Επαρχία της Νεάπολης (Nev Şehir) και στο Μουτεσαριφλίκι Νίγδης και στο Βαλελίκι του Ικονίου. Απείχε 75 χλμ ΝΔ της Καισάρεια και 27 χλμ από τη Νεάπολη. Κατά την Ανταλλαγή είχε Ρωμιούς (Έλληνες ελληνόφωνους) 220 οικογένειες – 765 ψυχές, και περίπου 800 Τούρκους. Εκκλησιαστικά (των Αγίων Θεοδώρων) ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου. Μετά την Ανταλλαγή εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Γιαννιτσά. Παλαιό όνομα Μαλακοπαία.⟨42⟩ Τη δεκαετία του 1960 αποκαλύφθηκε υπόγεια στοά σε βάθος 40μ και διαμερίσματα σε 11 επίπεδα, όπως σε άλλες περιοχές της Κππαδοκίας (Derinkuyu – βαθύς λάκκος-βαθύ πηγάδι).

6

Μαλακοπή. Δύο αδέλφια, αqουλού κι σασqeν (R. M. 1μ. σ. 404)

Ήσαν δύο αδέλφια, τόνα ήταν αqουλού, κι τ' άλου ήτανι σασqeν, κι τ' όνομα τ λέιξαν του Κέλ ογλάν. Ίτο το αqουλού λε σου Κέλ ογλάν, “Του μάνα μ καλά να του τρανής. Νά του νίψ, νά του φαγίς, νά του κοιμής, να του τρανής πολύ καλά.” Ιτό του Κέλ ογλάν λέχ, “Καλό, σάνου τα.”

Έβρασιν ένα qαζάν πανjάρια. Ιτό μάνα δόνια δεν είχeν. bασλάστσιν Κέλ ογλάν νά τα λαχτίς σου στόμα τ. Ιτό μάνα τ πνίγη πέθανi. Θάρριψιν κοιμάτι dεΐ. Έστρωσιν dου στρώσι τ, κοίμσιν dου. Ήρτιν το αqουλού του παιδί. Ρωτά του, “Του μάνα μ τί του bοίκις; Που είπα σι τα λόγια, bοίκις τα μί;” “bοίκα τα,“ λε. “Φάισα του, έστρωσα του. Κοιμάτι ακόμα.” οοοοοΕκείνου άμα τ' άκουσιν αβούçα, είπι, “Του μάνα μ σκότουσις του,” dεγί. Πήγιν, τράνσιν gι μάνα πέθανι.

Βασλάτσαν να μοιραστούν του πράμα. Κι του πράμα τνε ήτανι λίγα ορνίθια. Ιτό Κέλ ογλάν πήριν ένα ορνίθ. Πήγιν σα γιαζέδια, çεghερdά, “Σουνού αλέρμεeσeνeζ γιαρέμ μεjιdιέ;” Παιν του πρώτου μέρα, κανείς δεν dου πήριν. Παιν σöbüγιü τ μέρα. Ήταν ένα bουbουbούç. Ιτό, “Πάρου του,” λε, “έλα σöbüγιü να παρς τα παράδια.” Έρχιτι σου σπίτι τ Κελ ογλάνς, λε σου αδελφό τ, “Εγώ να τόνα τ' ορνίθι μ πούλσα του.”

Παιν τ' άλ dου μέρα, να παρ τα παράδια τ. Ιτό bουbουbούç φεkh άσου δενdρό. Ιτό παίρ ένα χτέρ, σερίkh του σου φουλιά τ. Πέφνει ένα κεσέ λίρις μι τα μεjιdιέδια. Ιτό παίρ ένα μεjιdιέ, σακών dου, παίρ του μισό τ. Παίν. Λε σου αδελφό τ, “Εγώ να του μισό του μεjιdιέν πήρα του.” Ρωτά τ ο αφελφό τ, “Τίαλ dου πήρις;” “Έσιρα ένα χτέρ. Έπισιν ένα κεσέ λίρις με τα μεjιdιέδια. Πήρα τόνα του μεjιdιέ, τσάκoυσά τα, πήρα αβούçα.”

Ρωτά του πάλι, “Πάλ' είνdι τα παράδια μι;” “Είνdι πάλ,” λε του. Παίννει του αδελφό τ μι του Κέλ ογλάν dάμα. Δείχ του του dόπου τ. Παίρ τα ετό του αqουλού. Έρουνdι σου σπίτ να τα μοιραστούνι. Παίννι σου qομουσού τνε, να πάρνι του ρούπ, για να μοιραστούνε dεγί.

Ρώτσιν dα “Τί να μοιραστήτι;” Είπαν gι, “Να μοιρστούμι φακούθ.” Ιτό το qομουσού τ γιαπουστούρσιν λίγου πίσα σου ρουπιού τουν gώλου, Δώκιν του ρούπ. Μοιράσαν dα τα παράδια. Σου ρουπιού τουν gώλου γιαπούϊσιν ένα λίρα. Ιτό το qομουσού τρανά κι γιαπούϊσιν ένα λίρα. Ιτό λε κι, “Να πάγω να το πω του βασιλέγα, γιόξα δώσετ κι μένα.” Ιτούτα τ' αδέλφια έφγανι απικιού, κι πήγαν 'ς ένα άλλου τόπους, καθούτανι άλλο βασιλέγας.

Ιτό Κέλ ογλάν παίρ πάλι τ' ορνίθ τ. Παίν σου βασιλέγα. Λέχ, “Φουqαρέζ μι, ό,τι να μι δώκς, δόζ μι. Έπαρ ιτό τ' ορνίθ, σα θέλς, bεdαβά.” Ιτό βασιλέγας παίρ του, διν dου ένα πενdάρ. Ιτό Κέλ ογλάνς παίρ του πενdάρ, κι πότι παίν, κλέφτ ένα πουτήρ. Ιτό βασιλέγας τ' άλ dου μέρα çαgheρdά του αχçή τ, λε να του φέρ κρασί. Ιτό αχçής βρίkh του έν άλου πουτήρ. Ιτό βασιλέγας λέχ, “Ιτό δέ νι.” Βρίkh του κι τ' άλλα τα πουτήρια, κι κείνα δε 'νdι. Ύστερα του βασιλέγα bιάσιν dου χουλή. Çegheρσιν του jελάτη τ, να του σκοτώς. Έρχιτι jελάτ σαχέρ σαχέρ μι τα μαχαίρια. Έρχιτι σου βασιλέγα κονdά. Βρίkhνι του αχçή. Δίν dου ένα μαχαιριά σκοτών dου. Κ' ιτό jελάτ του μαχαίρ σηνιάφρα σα δεν dου κόψ, να του σκοτώς βασιλέγας.

Έρχιτι τ' άλ dου μέρα Κέλ ογλάν. Πάλι βρίkh του ένα qούρκα. Δίν dου πάλι ένα μεjιdιέ. Κι πότι έριτι, παραμαίν, κλέφτ πάλι ένα του φέσι τ. Ιτό βασιλέγας να πάη να gεζινdής. Λε να φέρνι του φέσι τ του καλό τ. Ιτό πάλι δεν dου βρίkhνι. Πάλι σκοτών έν άλου çιράq. Ιτό Κέλ ογλάνς ιτούτα τα πράματα βούλα τα πήριν. Ρύkh πολύ βαθικό ένα τόπους. Ιτούτα βούλα λαχτά τα ' ς εκείνου μέσα.

Ιτό βασιλέγας για να μάθ ποιός να παίρ ετούτα, bοίκην ένα καμbήλ σάdε άσου φλουρί, κι έθικιν ασκέρ, να του φυλάξνι dεγί. Ιτό Κέλ ογλάνς άμα τ' άκουσιν, πήριν του qαüdούρι τ, γιαγλάτσιν dου πίσσα, κι πότι παίν, περάν απικιού, κι παίρ του κι παίν. Τ' ασκέρ είδαν dου γιά, δεν dου ποίκαν ένα σε. Ιτό βασιλέγας ρωτά, ποιος του πήριν. Ιτό τ' ασκέρι τ λένι, “Ένα Κέλ ογλάνς πήριν dου, κι πήγιν.” Βασιλέγας άκουσιν dα, κι ανgλάτσιν gι, τα πράματα τ εκείνου τα πήριν.

Ορίς να jιζdίζνι το θύρα τ. Ιτό Κέλ ογλάν σηκούται, τρανά, κι το θύρα τ jιζdιμένου. Ανgλάτσεν dου. Ιτό bασλάτσιν να jιζdίς βούλα τα θύρια. Ιτό βασιλέγας παιν τρανά κι τα θύρια βούλα jιζdιμένα. Πιάσιν dου χολή. Έβσαξιν βούλα τ' ασκέρια τ. Αφήκiν ένα μονάχου. Πήγiν έdειξιν του σπίτι τ. Γιολάτσιν ασκέρ, bιάσαν dου, να του φσάξνι. Ιτό Κέλ ογλάνς φοβήθην, κι έδειξιν του τόπου που ήσανdι τα πράματα. bασλάτσαν τ' ασκέρι τ να ρύξνι πολύ. Έρυξαν, έρυξαν, κόνdιψαν να φέρνι τα πράματα. Ιτό Κέλ ογλάνς bασλάτσιν να κουνdίς του χώμα απάνου τνi. Βούλα qαπάτσιν dα μι του χώμα. Dεκιού δύο τρία μέρις στεκούσανdι.

Κι Κέλογλάνς ένα μέρα φόρσιν καλά τσόλια, πήριν gι του qιλιç. Κατέβην βασιλέγα του σεράι. Ήρτιν βασιλέγα dου οdά. Çόκσιν απάνου τ, κι είπιν dου, “Ισύ ποιός ί, κι σκοτώνς τα ινσάνια;” bιάν σκοτών dου. Φορών dα τσόλια τ, κοιμάτι βασιλέγα του στρώς. Νίγιτι βασιλέγας.

Ζαbάναν ç egheρdά βασιλέγα ναίκα τ, κι λέ του, “Αστενάρ μι;” Βρίγουν dου ένα qαϊβέ. Πιίν του, γίνεται έπεϊ καλά. Ναίκα τ χουλάνσιν, άμα πάλ δεν είπεν ένα σε.

Ιτό τ' ακουλού αδελφό τ τράνσιν gι αδελφό τ dέ νι. Πήγιν g' ιτό. Πηρπήγιν ένα ορνίθ. Πήριν ένα πενdάρ. Κι πότι βgheν, έκλιψιν ένα qeματλe πράμα. Ιτό πάλι κάθ' ημέρα παιρπαίνιγιν ένα ορνίθ κι πότι βgheνιγιν, κλέφτιγιν ένα πράμα. Κ' ιτό Κέλ ογλάνς κάθι φοράς σκότωνιν απ' ένα çιράκ. Jελάτη τ bιάσιν dου χουλή. Πήριν του μαχαίρ' – κι βασιλέγας, ο Κέλογλαν, τότι γιαρωνιάσιν τανι - “Ισύ ποιός ί” dιγέ “κι σκοτώνς τ' αθρώπ;” Σκότωσιν dου, κι γέννιν μαφτό τ βασιλέγας.

Ανάργυρος Α. Φωκίδης

Ερμηνεία. Μαλακοπή. Δυο αδέλφια, ο έξυπνος κι ο κουτός

Ήταν δυο αδέλφια, το ένα, ήταν μυαλωμένο, και το άλλο ήταν χαζό και το όνομά του έλεγαν Κέλογλαν. Αυτός ο έξυπνος λέει στον Κέλογλαν. “Τη μάνα μας καλά να την προσέχεις. Να την πλένεις, να την ταΐζεις να την κοιμίζεις. Να την κοιτάζεις πολύ καλά!” Ο Κέλογλαν λέει, “Καλά, το κάνω.”

Έβρασε ένα καζάνι παντζάρια. Αυτή η μάνα δόντια δεν είχε. Άρχισε ο Κέλογλαν να της μπουκώνει το στόμα. Η μάνα πνίγηκε, πέθανε. Θάρρεψε πως κοιμάται. Έστρωσε το στρώμα της, την κοίμισε. Ήλθε το έξυπνο παιδί, τον ρωτά, “Τί την έκαμες τη μάνα μου; Τα λόγια που σου είπα τα έκαμες;” “Τα έκαμα,” λέει. “Την τάισα, της έστρωσα, κοιμάται ακόμα.”

Εκείνος άμα τα άκουσε έτσι, είπε, “Τη μάνα μου σάμπως την σκότωσες.” Πήγε πρόσεξε πως η μάνα πέθανε.

Άρχισαν να μοιράζουν τα πράγματα. Και τα πράγματα ήταν λίγες όρνιθες. Αυτός ο Κέλογλαν πήρε μια όρνιθα. Πήγε στο παζάρι και διαλαλεί, “Αυτό το παίρνετε για μισό μετζίτι;” Πηγαίνει την πρώτη μέρα κανείς δεν την πήρε. Πηγαίνει και την επόμενη ημέρα. Ήταν ένας τσαλαπετεινός. Αυτός “Την παίρνω” λέει “έλα αύριο να πάρεις τους παράδες.” Έρχεται στο σπίτι ο Κέλογλαν, λέει στον αδελφό του, “Εγώ να το ένα ορνίθι το πούλησα.”

Πάει την άλλη μέρα, να πάρει τους παράδες του. Ο τσαλαπετεινός φεύγει πάνω στο δέντρο. Αυτός παίρνει μια πέτρα τη ρίχνει στη φωλιά του. Πέφτει μια σακούλα λίρες με τα μετζίτια. Αυτός παίρνει ένα μετζίτι σπάζει παίρνει το μισό. Πηγαίνει λέει στον αδελφό του, “Εγώ να, πήρα το μισό το μετζίτι.” Ρωτάει ο αδελφός του, “Πώς το πήρες;” “Έριξα μια πέτρα, έπεσε μια σακούλα λίρες με τα μετζίτια. Πήρα το ένα μετζίτι, το έκοψα, το πήρα έτσι.”

Τον ρωτάει πάλι, “Είναι πολλές οι παράδες;” “Είναι πολλές,” του λέει, Πηγαίνει ο αδελφός του με τον Κέλογλαν μαζί. Του δείχνει τον τόπο. Τα παίρνει αυτός ο έξυπνος. Έρχονται στο σπίτι να τα μοιραστούν. Πηγαίνουν στο γείτονά τους να πάρουν τον μετρητή για να τα μοιραστούν.

Τους ρώτησε, “Τί θα μοιραστείτε;” Είπαν ότι, “Θα μοιραστούμε φακή.” Αυτός ο γείτονάς τους κόλλησε λίγη πίσσα στον πάτο του μετρητή. Έδωσε το μετρητή. Μοίρασαν τους παράδες τους. Στον πάτο του μετρητή κόλλησε μια λίρα. Ο γείτονας πρόσεξε πως κόλλησε μια λίρα στον πάτο. Αυτός σκέφτεται, και λέει “Να πάω να το πω στο Βασιλιά, μήπως δώσει και σε εμένα.” Αυτά τα αδέλφια έφυγαν από εκεί και πήγαν σε ένα άλλο τόπο όπου, καθόταν άλλος Βασιλιάς. Αυτός ο Κέλογλαν πήρε πάλι το ορνίθι του. Πηγαίνει στο Βασιλιά. Λέει, “Φτωχός είμαι, ό,τι να μου δώσεις δως μου. Πάρε αυτό το ορνίθι σαν θέλεις, δωρεάν.” Ο Βασιλιάς το παίρνει και του δίνει μια πεντάρα. O Κέλογλαν παίρνει την πεντάρα και καθώς έφευγε κλέβει ένα ποτήρι. Αυτός ο βασιλιάς την άλλη μέρα καλεί τον μάγειρα, λέει να του φέρει κρασί. Ο μάγειρας του βρίσκει ένα άλλο ποτήρι. Ο Βασιλιάς λέει, “Αυτό δεν είναι.” Του βρήκαν και τ' άλλα τα ποτήρια κι εκείνα δεν ήταν. Ύστερα ο Βασιλιάς χολώθηκε. Κάλεσε τον μακελάρη (δήμιο) να σκοτώσει. Έρχεται ο δήμιος, κρατς κρατς με τα μαχαίρια. Έρχεται κοντά στο Βασιλιά. Βρίσκει τον μάγειρα. Του δίνει μια μαχαιριά τον σκοτώνει. Και ο μακελάρης αν δεν τον έκοβε σε μια φορά, ο Βασιλιάς θα τον σκότωνε.

Έρχεται την άλλη μέρα ο Κέλογλαν. Πάλι του βρίσκει ένα κούρκο. Του δίνει (ο Βασιλιάς) πάλι ένα μετζίτι⟨43⟩. Και καθώς παραμόνευε του κλέβει πάλι ένα φέσι. Ο Βασιλιάς ήθελε να πάει περιοδεία. Λέει να του φέρουν το καλό του το φέσι. Αυτό πάλι δεν το βρίσκουν. Πάλι σκοτώνει ένα άλλο υπηρέτη. Αυτός ο Κέλογλαν του πήρε όλα τα πράγματα. Σκάβει λάκκο πολύ βαθύ σε ένα τόπο. Όλα αυτά τα θάβει σ' εκείνο το λάκκο μέσα.

Ο Βασιλιάς για να μάθει ποιος τα παίρνει τούτα, έκαμε μια καμήλα από καθαρό χρυσό και έβαλε στρατιώτες τάχα να τη φυλάνε. Ο Κέλογλαν άμα το άκουσε, πήρε το γαϊδούρι του, το άλειψε με πίσσα, και όταν πάει, πέρασε από κει, κόλλησε την πήρε και πάει. Οι στρατιώτες τον είδαν αλλά δεν του έκαμαν τίποτε. Ο Βασιλιάς ρωτά, ποιος πήρε την καμήλα. Οι στρατιώτες λένε, “Ένας Κέλογλαν το πήρε και πήγε.” Ο Βασιλιάς άκουσε, κατάλαβε ότι τα πράγματά του τα πήρε εκείνος.

Όρισε να χαράξουν την πόρτα του. Ο Κέλογλαν σηκώνεται βλέπει η πόρτα του σημαδεμένη. Κατάλαβε. Αυτός άρχισε να χαράζει όλες τις πόρτες.

Ο Βασιλιάς πηγαίνει, βλέπει ότι όλες οι πόρτες είναι σημαδεμένες. Θύμωσε έσφαξε όλους τους στρατιώτες του. Άφησε μόνο ένα. Πήγε έδειξε το σπίτι του. Έστειλε στρατιώτες τον έπιασαν να τον σφάξουν. Ο Κέλογλαν φοβήθηκε και έδειξε τον τόπο όπου ήταν τα πράγματα. Άρχισαν οι στρατιώτες να σκάβουν πολύ. Έσκαψαν έσκαψαν αυτοί κόντεψαν να βρουν να φέρουν πάνω τα πράγματα. Ο Κέλογλαν άρχισε να ρίχνει το χώμα επάνω στους στρατιώτες. Όλους αυτούς τους σκέπασε με χώμα. Στέκονταν εκεί δυο τρεις μέρες.

Μια μέρα ο Κέλογλαν φόρεσε καλά ρούχα, πήρε και το σπαθί. Κατέβηκε στο σεράι του Βασιλιά. Ήλθε στον οντά του Βασιλιά. Έπεσε πάνω του κι του είπε, “Ποιος είσαι συ και σκοτώνεις τους ανθρώπους;” Πιάνει τον σκοτώνει. Φοράει τα ρούχα του, κοιμάται στο βασιλικό στρώμα. Γίνεται Βασιλιάς.

Το πρωί έρχεται η γυναίκα του Βασιλιά και του λέει, “Μήπως είσαι άρρωστος;” Του βράζει ένα καφέ. Τον πίνει, γίνεται κάπως καλά. Η γυναίκα νευρίασε, όμως πάλι δεν είπε τίποτε.

Αυτός ο έξυπνος αδελφός, πρόσεξε πως ο αδελφός του δεν είναι. Πήγε και αυτός. Πήρε ένα ορνίθι. Πήρε μια πεντάρα. Και όταν έβγαινε έκλεψε κάτι πολύτιμο. Αυτός κάθε μέρα πήγαινε με ένα ορνίθι και όταν έβγαινε έκλεβε κάποιο πολύτιμο πράγμα. Και αυτός ο Κέλογλαν κάθε φορά σκότωνε και ένα υπηρέτη. Ο μακελάρης χολώθηκε. Πήρε το μαχαίρι – και ο Βασιλέας ο Κέλογλαν ήταν τότε γέρος - και του λέει “Εσύ ποιος είσαι τάχα, και σκοτώνεις ανθρώπους;” Τον σκοτώνει και γίνεται αφεαυτού βασιλιάς.

Ανάργυρος Α. Φωκίδη

Σημειώσεις

  1. ⟨42⟩ Αναφέρεται στην επιστολογραφία Γρηγορίου του Θεολόγου. Η Εκκλησία “Άγιοι Θεόδωροι” χτίστηκε μερίμνει του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα βρισκόταν και ο θρόνος του Αυτοκράτορα μέσα στην Εκκλησία. Ι. Κάλφογλους “Μονή Φλαβιανών” σ. 10. ↩
  2. ⟨43⟩ Ένα μετζίτι = 1/5 της τουρκικής λίρας ↩