Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 7 από 19
Το Μιστί. Ο Βασιλιάς και το παιδί υπηρέτης
Μιστί (Misti - Konaklι). Το Μιστί βρίσκεται σε απόσταση 82 χλμ ΝΔ της Καισάρειας και 27 χλμ. ΒΑ της Νίγδης. Κατά την Ανταλλαγή (1924) είχε μόνο Έλληνες ελληνόφωνους 554 οικογένειες, 3036 ψυχές. Ήταν Κοινότητα (Μουχταρλίκι) υπαγόμενη στο Μουτουρλίκι της Λίμνας, στο Καϊμακαμλίκι του Πόρου, στο Μουτεσαριφλίκι της Νίγδης και στο Βαλελίκι του Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου. Παλαιότερα ήταν Αρχιεπισκοπή και διατηρούσε τη μεγαλύτερη εκκλησία, με δέκα τρούλους, αφιερωμένη στους Αγίους Μ. Βασίλειο και Βλάσιο.
7
Μιστί. Πατισαχος τσαι το bαιί πιστικός (R. M. Dawkins 1μ. σ. 384)
Ένα πατισάχος είχιν ένα bαιί. Ξέβαλέν dου πιστικός. Πήγι σα πρόβατα. Dεν ανλάνσεν dα πρόβατα. Αφήκιν dα, ήρτεν παρέμι, σέμη απές σ' οdα. Ράνσιν. Απάν έχ ένα ταφσίρ γάϊέτ ώμορφου. Κείνου του ταφσίρ ράνσιν, “Να πάου να του βρίσκου,” λε. Του παιί λε dα του πατισάχε. Πατισάχες λε, “Ογώ σάλτσα εφτά ταbούρια ασκέρ. Έσαξάν dα. Τα çουβάλια τνε ποίκαν dα καλέ. Ισύ αμ bάης dεçού, παίρουν dου çουβάλι ς.”
Ξέβην dου παιί. Πήγην ένα σαάτ. Ράνσ' στράτ' απάν' ç' είνdι μουρμούjια, κουβαλούν τάqαλ. Ç' είdι ένα τοπάλ μουρμούç, πέφτει σηgούdι. Φέρ jαι κείνου τάqαλ. Του παιί ράνσιν dου. Φόρτωέν dου ήβριν dου σου τυρπί τ. Είπιν εκείνου, “ιτό καλοσύν ποίκις του εμένα, να ποίκου j' ένα καλοσύν εσένα. Να ετά του τέρι μ. Να σεqελdίς να του κάψης, j' ότε ογώ να βρεχώ κουνdά ς.”
Πήγιν άλ 'να σαάτ. Πήγι σο dανις κουνdά. Ράνσι dα ψάρια. Ήρταν ξέβαν όξου. Ούλα πήγαν απές. Πόμη ένα όξου να ψοφής. Ιτό του παιί πήριν dου ψάρ, έσιρέν dου σου dανίς. Ξέβην dου ψαρ, είπιν dου παιί, “Έπαρ ιτό dου πούλ, μούλου dου. Αν σεqελdίς, να του κάψης. Ογώ dεçού να βρεχώ. Ιτό ελίκ ποίκις του, να ποίκου ç' ένα ελίκ εσένα.”
Πήγιν του παιί ένα σαάτ. Στράτα απάν ράνσι j' είdι ένα πουλί. Ανοίς dου στόμα τ να ψοής απ' λίψα. Πήριν dου πουλί, κόνωσε λερό σου στόμα τ, γιάρωσεν. “Έπαρ ιτό dου φτερό μ, να πας. Αν σεqελdίς, να του κάψης. Να βρεχώ dεçού. Ιτό ελίκ ποίκις του, να ποίκου ç' ένα ελίκ εσένα.”
Επιçού του παιί πήγιν σου qονάχ. Ήβριν dου όμορφου το κορίτç. Το κορίç είπιν, “Έχου ένα λόγος να σι πω. Του γέλμα, dου ρόφ, dου φακούι, του πιλιάρ, να του μίξου. Να τα χωρίης ένα σαάτ. Αν dεν dα χωρίης, να σι σάξου.” Πήγιν του παιί düσüνdίς.Τί να ποίκ; dεν ορεί να dα χωρίς. Έκαψιν dου μουρμούç dου τέρ. Ήρτιν εκείνου τοπάλ του μουρμούç. Çάλσι düdüγα. Ούλα τα μουρμούçια bιρίκσαν. Γήμσου ώρα χώρσαν dα μεριάς μεριάς, çι d' άχυρου χώρσαν dου μεριάς. Ç' ένα περσό πήγιν dου παιί σου qονάχ. Σου κορίç, “Χώρσα dα,” είπιν.
Ράνσι. Έκλωσε dουν dείχο με τα çουβάλια χτισμένου. Είπιν του κορίç, “Dαχτυλία μ έπισι σου dανίς. Αν dου βγάλης, να μι πάρης. Αν dεν dου βγάλης, να σ' ποίκου jελέτ.” Πήγιν του παιί düσüνdίς. “Τίαν να dου βγάλουν απ του dανις;” Κλαι. Παιν να σιρ του γιαφτό τ να bατις. Φοάdι. Dεν dου σιρ. Ξέβαλι, έκαψ' ψαριού dου πουλ. Ξέβην dου ψαρ απ του dανις. Είπιν dου παιί, “Ογώ να του βγάλω.” Βούτσιν dου çουφάλ τ σου dανις, ξέβγαλιν dου κοριçου δαχτυλία, dώκιν dου του παιί. Πίριν dου πήασιν dου του κορίç. Είπιν, “Να σι πάρoυ.”
“Έχου άλ 'να λόγος να σι πω. Άμ bοίκης j' εκείνου, να μι πάρης.” “Τί είν;” είπιν dου παιί. Πού τ κλώιχ, έχ ένα çιράχ. Του κορίç μι dου μαχαίρ έκοψιν dου. Πήριν ένα σισέ. Του λερό τ έσιρεν dου. Του έκοψιν του çιράχ, γιάρωσιν. Είπιν του κορίç του παιί, “Απ' ιτά dου σισέ dου λερό να μι φέρης, j' όdε να μι πάρης.” Επιçού του παιί σηκώη, düσüνdίς. Έκαψιν πουλιού dου πτέρ. Ήρτιν dου πουλί. “Ογώ να πάου να σι φέρου απ' ιτό του λερό, εικοσμέρνου στράdα.” Πήγι. Ένα σαάτ ήρτι. Ήβρι του λερό. Πόμη ένα σαάτ να dου σάξουν. Ήρτιν του λερό. Πήριν dου του παιί. Πήγιν σο κορίç. Δώκιν του λερό σου κορίç Του κορίç με dου μαχαίρ έκοψι του çιραghε τ. Μι dου λερό – έσιρεν dου απάνου- γιάρωσι.
Επιçού, “Ισύ αγλέ σαι,” dου κοριç λε dα του παιί, “μι του μελό ς εμένα κύριούζ μι. Ούçα πήριζ μι. Βαβά ς πατισάχος οφτά ταbούρια ασκέρ ήρταν, ούλα έσαξάν dα. Çουβάλια τνε ποίκαν dα dου καλέ, Ισύ ξέβης ακλέ, πήριζ μι. Να παμ σου βαβά ς.” Πήγι σου βαβά τ. Βαβά τ είπι, “Ογώ dομ bούρσα να του πάρου. Εσύ τίαλα dου πήρις; Μι του μελός του πήρις.
Ερμηνεία. Μιστί. Ο Βασιλιάς και το παιδί υπηρέτης
Ένας Βασιλιάς είχε μόνο ένα παιδί. Τον έκανε βοσκό. Πήγε στα πρόβατα. Δεν του άρεσαν τα πρόβατα. Τα παράτησε και γύρισε πίσω μπήκε μέσα στον οντά. Παρατήρησε. Απάνω είχε μια φωτογραφία πολύ όμορφη. Εκείνη η εικόνα τον μάγιεψε. “Να πάω να τη βρω,” λέει. Το παιδί το λέει στο Βασιλιά. Ο Βασιλιάς του λέει, “Εγώ, έστειλα εφτά τάγματα στρατό. Τους έσφαξαν. Τα κεφάλια τους τα έκαναν κάστρο. Εσύ αν πας εκεί, σου παίρνουν το κεφάλι σου.”
Βγήκε το παιδί. Πήγε μια ώρα. Πρόσεξε πάνω στο δρόμο είναι μυρμήγκια, κουβαλούν σπόρους. Είναι κι ένα κουτσό μερμήγκι, πέφτει σηκώνεται. Φέρνει και αυτό σπόρο. Το παιδί το πρόσεξε. Το πήρε το έφερε στην τρύπα του. Είπε εκείνο, “Για την καλοσύνη που μου έκανες να κάνω μια καλοσύνη σε σένα. Να πάρε από το δέρμα μου. Αν συγχυστείς για κάτι, να το κάψεις, κι εγώ τότε θα βρεθώ κοντά σου.”
Πήγε ακόμη μια ώρα. Έφτασε κοντά στη θάλασσα. Παρατήρησε τα ψάρια. Ήλθαν βγήκαν έξω. Όλα πήγαν μέσα. Έμεινε ένα έξω να ψοφήσει. Το παιδί πήρε το ψάρι το έσυρε στη θάλασσα. Βγήκε το ψάρι είπε στο παιδί, “Πάρε αυτό το λέπι και κρύψε το. ”Αν δυσκολευτείς, να το κάψεις. Εγώ θα βρεθώ κοντά. Έκανες αυτή την καλοσύνη να κάνω και μια καλοσύνη σε σένα”. Πήγε το παιδί μια ώρα. Πάνω στο δρόμο είδε ένα πουλί. Άνοιγε το στόμα του, θα πεθάνει από δίψα. Πήρε το πουλί, έριξε νερό στο στόμα του, ανάρρωσε. “Πάρε αυτό το φτερό μου να πας. Αν δυσκολευτής, να το κάψεις. Θα βρεθώ εκεί. Έκανες αυτό το καλό, να κάνω ένα καλό για σένα.”
Από εκεί το παιδί πήγε στο κονάκι. Βρήκε το όμορφο το κορίτσι. Το κορίτσι είπε, “Έχω ένα λόγο να σου πω: Το γέννημα, το ρόβι, τη φακή και το κριθάρι να τα ανακατέψω. Να τα ξεχωρίσεις σε μια ώρα. Αν δεν τα χωρίσεις να σε σφάξω.” Πήγε το παιδί συλλογίζεται. Τί να κάνει; Δεν μπορεί να τα χωρίσει. Έκαψε το δέρμα του μυρμηγκιού. Ήλθε εκείνο το κουτσό μυρμήγκι. Βάρεσε την ντουντούκα. Όλα τα μυρμήγκια μαζεύτηκαν. Για μισή ώρα τα χώρισαν σε μεριές μεριές, και τα άχυρα τα χώρισαν σε μια μεριά. Στο τέλος πήγε το παιδί στο κονάκι. Στο κορίτσι είπε, “Τα χώρισα.”
Πρόσεξε. Έκλωσε γύρω το τείχος, χτισμένο με κεφάλια. Είπε το κορίτσι, “Το δαχτυλίδι μου έπεσε στη θάλασσα. Αν το βγάλεις θα με πάρεις. Αν δεν το βγάλεις θα σε κάνω λιώμα.” Το παιδί πήγε σκέφτεται. “Πώς να το βγάλω από τη θάλασσα;” Κλαίει, πάει να σύρει τον εαυτό του να πνιγεί. Φοβάται, δεν πέφτει. Έβγαλε, έκαψε το λέπι του ψαριού. Βγήκε το ψάρι από τη θάλασσα. Είπε στο παιδί, “Εγώ θα το βγάλω”. Το ψάρι βούτηξε το κεφάλι του στη θάλασσα, έβγαλε το δαχτυλίδι, το έδωσε στο παιδί. Το πήρε και το πήγε κοντά στο κορίτσι. Είπε, “Να σε πάρω.”
“Έχω άλλον ένα λόγο να σε πω. Αν κάνεις και εκείνο, να με πάρεις.” “Τί είναι;” είπε το παιδί. Όπου κλώθεις έχω ένα τσιράκι. Το κορίτσι με το μαχαίρι τον έκοψε. Πήρε ένα μπουκάλι, με το νερό τον ράντισε. Το κόψιμο του υπηρέτη ανάρρωσε. Είπε το κορίτσι στο παιδί, “Από το νερό αυτού του μπουκαλιού να μου φέρεις, τότε να με πάρεις.” Απο 'κεί το παιδί σηκώθηκε, σκέφτεται. Έκαψε το φτερό του πουλιού. Ήλθε το πουλί, “Εγώ να πάω να σου φέρω από αυτό το νερό. Είναι στράτα είκοσι ημερών.” Πήγε. Σε μια ώρα ήλθε το νερό. Σε μια ώρα θα τον σφάζανε. Το πήρε το παιδί. Και πήγε στο κορίτσι. Και έδωσε το νερό στο κορίτσι. Το κορίτσι με το μαχαίρι έκοψε τον υπηρέτη. Με το νερό - ράντισε απάνω του - ανάρρωσε
Απο 'κεί, “Εσύ είσαι μυαλωμένος,” λέει το κορίτσι στο παιδί, “με το μυαλό σου είσαι κύριός μου. Έτσι με πήρες. Από τον πατέρας σου το Βασιλιά ήλθαν εφτά τάγματα στρατό, όλους τους έσφαξαν. Με τα κεφάλια τους έκαμαν το κάστρο. Εσύ βγήκες ξύπνος, με πήρες. Να πάμε στον πατέρα σου.” Πήγαν στον πατέρα του. Είπε ο πατέρας, “Εγώ δεν μπόρεσα να την πάρω. Εσύ πώς την πήρες: Με το μυαλό σου την πήρες.”