Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 10 από 19
Τα Σίλατα. Του Βασιλιά η κόρη και η μαϊμού
Τα Σίλατα (Civa-Zile = Συνοικία Ζίλε). Τα Σίλατα απείχαν 20 χλμ Ν-ΝΔ της Νεάπολης και 76 χλμ ΝΔ της Καισάρειας. Κατά την Ανταλλαγή ο οικισμός είχε Έλληνες ελληνόφωνους 164 οικογένειες, 516 ψυχές και περίπου 60 οικογένειες Τούρκους. Παλαιότερα είχε περίπου 1000 Ρωμιούς. Ήταν κοινότητα (Μουχταρλίκι) υπαγόμενη στο Καϊμακαμλίκι της Νεάπολης, στο Μουτεσαριφλίκι της Νίγδης και στο Βαλελίκι του Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου.
10
Σίλατα. Του Βασιλέγα το κορίç τζαι μαϊμού (R. M. Dawkins, 5 σ. 452)
Ένα βασιλέγας είχαν έναν κορίç. Σον gόζμο χιç δε γέλανε. Ετό βασιλέγας είπεν, “Όποιος να γελάς ετό το κορίç, να το ποίκω qαμbρό.” Ετό το κορίç, τόν gάθουταν σο πενjερε και τράνισεν ση θάλασσα, είδεν ένα μαϊμούν σε ένα qαϊκ. Απέσω τ ήταν dαι κ' άλλα πολλά μαϊμούνια. Χεμετέν bασλάτσεν να γελάς. Ετό βασιλέγας ήρτεν, ρώτσεν dο. Είπεν gι, “Εσέ ποιος σε ποίκεν να γελάσης;” Κ' εκείνο είπεν gι, “Ένα μαϊμούν με γέλασεν.” Ετό το μαϊμούν ποίκεν dο γαμbρό τ. Ετό απέσω τ ήταν άνgελος. Είχαν κ' άλλα πολά gαρdάσα.
Ένα φοράς ένα βασιλέγας ποίκεν σε το πάνω πόλεμος. Ετά τα μαϊμούνια είπαν gι, “Ποίκετ κ' εμάς ασκέρια.” Κ' εκείνο βασιλέγας είπεν gι, “Καλό.” Πήγαν σο πόλεμο. Ποίκαν πόλεμος, και τα μαϊμούνια σκότωσαν τα άλλα. Ετό ναίκα τ, τον ήρτεν άσομ bόλεμον άνδα τ, έκαψεν το qαbούγου τ. Ετό τ άνδρα τ είπεν gι, “Εσύ αν έκαψες το qαbούγου μ, κ' εγώ άλλ' ιμιάς να μή φανεθώ 'ς εσένα. (κι χάθην). Ετό το κορίç άσο χολή τ πήγε να κόψ ορμανιού τα δενdρά. Πήγε να κόψ κ' ένα μέγα δενdρό. Τόν το φάισεν με το παλτά, εκείνο απ μέσα τ çêghêρσεν, “Ετό ποιος νε;” Çάκωσεν το δενdρό, σέμην απέσω τ. Τράνσεν, είνε άνdρα τ. Τόν είδεν το ναίκα τ, φιλήθανε. Χέμετεν πεγάσαν dο σο σπίτ. Γιασάσαν αγαπωμένα.
Ερμηνεία. Τα Σίλατα. Του Βασιλιά η κόρη και η μαϊμού.
Ένας Βασιλιάς είχε ένα κορίτσι. Στον κόσμο ποτέ δε γελούσε. Αυτός ο βασιλιάς είπε, “Όποιος κάνει αυτό το κορίτσι να γελάσει, θα τον κάνω γαμπρό.” Αυτό το κορίτσι όταν κάθονταν στο παράθυρο και κοίταζε στη θάλασσα, είδε μια μαϊμού σ' ένα καΐκι. Από μέσα ήταν κι' άλλες πολλές μαϊμούδες. Αμέσως άρχισε να γελά. Αυτός ο Βασιλιάς ήλθε τη ρώτησε. Της είπε ότι, “Εσένα ποιος σε έκαμε να γελάς;” Κι εκείνη είπε ότι, “Μια μαϊμού, με έκανε να γελάσω.” Αυτή τη μαϊμού την έκανε γαμπρό του. Αυτή η μαϊμού από μέσα της ήταν άγγελος. Είχε κι άλλα πολλά αδέλφια.
Μια φορά ένας άλλος Βασιλιάς έκανε σ' αυτόν πάνω πόλεμο. Αυτές οι μαϊμούδες είπαν, “Κάμετε κι εμάς στρατιώτες.” Κι εκείνος ο Βασιλιάς είπε, “Καλά.” Πήγαν στον πόλεμο. Έκαναν πόλεμο και οι μαϊμούδες σκότωσαν τους άλλους. Η γυναίκα, όταν ο άντρας της γύρισε από τον πόλεμο, έκαψε το καβούκι του. Ο άντρας είπε, “Αφού εσύ έκαψες το καβούκι μου, κι εγώ άλλη μια να μη φανερωθώ σε σένα.” (Και χάθηκε). Το κορίτσι από τα νεύρα της πήγε να κόψει τα δέντρα του δάσους. Πήγε να κόψει και ένα μεγάλο δέντρο. Όταν πελέκησε με τον μπαλτά, εκείνο από μέσα τσίριξε. “Ποιος είναι αυτός;” Έσπασε το δέντρο, βγήκε από μέσα. Πρόσεξε, ήταν άντρας της. Τον είδε η γυναίκα του, φιλήθηκαν. Αμέσως τον πήγαν στο σπίτι. Έζησαν αγαπημένοι.