Η Ποτάμια (Dere Κöy = στο ρέμα χωριό) απέχει 59 χλμ ΝΔ της Καισάρειας και 26 χλμ Ν-ΝΔ του Προκοπίου. Κατά την Ανταλλαγή είχε μόνο Έλληνες ελληνόφωνους 87 οικογένειες, 218 ψυχές. Ήταν Κοινότητα (Μουχταρλίκι) στο Μουτουρλίκι του Ντέβελι, στο Καϊμακαμλίκι του Ινδζέσου, στο Μουτεσαριφλίκι της Καισάρειας και στο Βαλελίκι της Άγκυρας. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Καισαρείας. Η γλώσσα ήταν καππαδοκικά πλησιέστερα προς τη νεοελληνική, όπως και της Σινασού.
9
Ποτάμια. Dεϊρμενjής τζαι αλιπήκα (R. M. Dawkins, σ. 454)
Ένα dεϊρμενjής είχεν σο μύλο του ένα κουμάσα τζαι εφτά ορνίθια σην qουμάσα. Και ήρτεν αλιπήκα, έφαεν τόνα. Μιά φορά ήρτεν dεϊρμενjής. Μούλωσεν σην gουμάσα. Άμα ήρτεν αλιπήκα, πιάσεν το και να το πογοdίς ήτονε. Και αλιπήκα είπεν, “Μή με πογοdάς, και εγώ θιάνω σε καλό.” Και εκείνος αφήκεν dο.
Αλιπήκα πήγεν σομ βασιλέα και είπεν. “Dοζ μοι αλτίν σοινίgι,” Και ο βασιλέας είπεν, “Τί να το ποίκης;” Και εκείνο είπεν, “Να μετρήσω λίρες.” Και βασιλέας είπεν, “Από πού πήρες τα;” Και αλιπήκα είπεν, “Έχω έν' αδελφό, κ' εκείνο έσ τα.” Και ο βασιλέας δώκεν dο. Πήγε και άλειψεν πίσα σο σοινίκι, και γιαπουστούρσεν ένα λίρα, και πήρεν dο και πήγεν σο βασιλέα. Και άσα δύο ημέρες ύστερα αλιπήκα πήγεν πάλι σο βασιλέα και είπεν, “Εγώ ήρτα να πανdρέψω το κορίçι ς σον αδελφό μ.” Και βασιλέας είπεν, “Αν ήναι κιζμέτ, δίνω το.” Και αλιπήκα πήγε σο σπίτ. Κάλιψεν το dεϊρμενjή σ' άλογο. Και άμα πήγε σο ποτάμι κονdά, λάχσεν το dεϊρμενjή ασ' άλογο απάνω σο ποτάμι. Και αλιπήκα παghέρσεν, “Γαμbρός έπεσε σο ποτάμ. Φέρε το τσόλια.” Και βασιλιάς έφερεν dα. Και πήγαν σο σπίτι. Και ο dεϊρμενjής όλο τράνινεν σα δισώμια τ. Και βασιλέας είπεν σην αλιπήκα. “Γιατί τρανά αβούçα;” Και αλιπήκα είπεν, “Dεν d' άρεσεν, και για 'κείνο.” Και βασιλέας ήφερεν dο και άλλα καλά τσόλια. Και ήρχισε πάλι να τρανής. Και αλιπήκα πήρεν βελόνια και τα έπηξεν σα δισώμια τ.
Ύστερα ποίκαν γάμος, και βασιλέας πίταξεν κατόψα τουν ασκεριούς. Και αλιπήκα πήγεν ομbρό, και είδεν έν' αγέλ πρόβατα και είπεν, “Αν έρτουν, αν σε ρωτήσουν εκείνα ασκέρ, ειπέ, 'Είναι του αθρώπ όπου πήγεν να πανdρεφτή σο βασιλέα σην gόρη.'” Πήγε κι άλλα ομbροστά. Είδεν ένα χτηνιού αγέλ, και παρήνgειλεν κ' εκείνα αβούçα. Ύστερα πήγεν σα dεβέδια, και είπεν, “Εκείνα έρχονdαι ασκέρ να σε σκοτώσουν. Ελάτε, α σας κατεβάσω εδά σο qουγιού, και ας έρτουν, ας περάσουν, και μη σας σκοτώσουνε.” Κ' εκείνα κατέβανε, και αλιπήκα σάλσεν ένα θιάρ απάνω του, και πέμναν εκεί. Κ' ήρταν ασκέρ. Και δέβαν εκεί.
Και αλιπήκα είπεν τον dεϊρμενjή, “Είδες εγώ τί καλά σε ποίκα. Εσύ εμέ τί να με ποίκης;” Κ' εκείνο είπεν, “Όταν ψοφήσης, να σε μάσω 'ς ένα φλουριώνα σανdούχ.” Και αλιπήκα μάσουσταν ψώφσεν. Και ναίκα τ έκλαιγεν. Και dεϊρμενjής είπεν, “Ψόφσεν, τί έν; κούντατο εκιά όξω.” Και αλιπήκα 'ς ένα μιάς σηκώθη και είπεν, “Αβούψα να με το ποίκης ήτονε;” Κ' εκείνο είπεν, “Ήμαρτον, ήμαρτον. Αλαgh ιμιά δεν το θιάνω.” Ύστερα ψόφσεν ας αλήθεια, και σέμασέν dο σο φλουριώνα σανdούχ. Ύστερα πόμναν μόνο τα καμούκια τ, και κόνσεν dα όξω.
Ερμηνεία. Ποτάμια. Ο μυλωνάς κι η αλεπού
Ένας μυλωνάς είχε στο μύλο του ένα ορνιθώνα και εφτά όρνιθες μέσα στο κουμάσι. Και ήλθε μία αλεπού και έφαγε τη μια κότα. Μια φορά ήλθε ο μυλωνάς και κρύφτηκε στο κοτέτσι. Άμα ήλθε πάλι η αλεπού, την έπιασε και ήταν έτοιμος να την πνίξει. Και η αλεπού είπε, “Μη με πνίγεις κι εγώ θα σου κάνω καλό.” Και εκείνος την άφησε.
Η αλεπού πήγε στο Βασιλιά και είπε, “Δώσε μου μετρητή χρυσού”. Και ο Βασιλιάς είπε, “Τί να το κάμεις;” Κι εκείνη είπε, “Να μετρήσω λίρες.” Και ο Βασιλιάς είπε, “Από πού τις πήρες;” Και η αλεπού είπε, “Έχω ένα αδελφό κι εκείνος τα έχει.” Και ο Βασιλιάς της έδωσε το μετρητή. Πήγε η αλεπού και άλειψε πίσσα στον πάτο του μετρητή και κόλλησε μια λίρα. Πήρε το μετρητή και τον πήγε στο Βασιλιά. Και ύστερα από δυο μέρες η αλεπού πήγε πάλι στο Βασιλιά, είπε, “Εγώ ήλθα να παντρέψω την κόρη σου στον αδελφό μου.” Και ο Βασιλιάς είπε, “Αν είναι το τυχερό τη δίνω.” Και η αλεπού πήγε στο σπίτι. Ανέβασε τον Μυλωνά στο άλογο. Και άμα πήγαν κοντά στο ποτάμι, κλότσησε τον μυλωνά από το άλογο, στο ποτάμι. Και η αλεπού τσιρίζει, “Ο γαμπρός έπεσε στο ποτάμι, φέρετε τα χαλιά.” Και ο Βασιλιάς τα έφερε. και πήγαν στο παλάτι. Και ο μυλωνάς όλο κοίταζε τα δισώμια του. Και ο Βασιλιάς ρώτησε την αλεπού, “Γιατί κοιτάζει έτσι τα δισώμια του;” Και η αλεπού είπε, “Δεν του άρεσαν τα χαλιά και γι' αυτό.” Και ο Βασιλιάς του έφερε και άλλα καλά χαλιά. Και ο μυλωνάς άρχισε πάλι να παρατηρεί. Και η αλεπού τότε πήρε βελόνες και τις έμπηξε στα δισώμια του.
Ύστερα έκαναν γάμο. Και ο Βασιλιάς έστειλε από πίσω στρατιώτες συνοδεία. Η αλεπού πήγαινε εμπρός και όταν είδε ένα κοπάδι πρόβατα είπε στον βοσκό, “Αν έλθουν, αν σε ρωτήσουν εκείνοι οι στρατιώτες, πες, 'Είναι του ανθρώπου που πήγε να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά.” Πήγε ακόμη πιο μπροστά. Είδε μια αγέλη ζώων και παρήγγειλε και σε εκείνους το ίδιο. Ύστερα πήγε στα τέρατα και τους είπε, “Έρχονται εκείνοι οι στρατιώτες για να σας σκοτώσουν. Ελάτε να σας κατεβάσω εδώ στο λάκκο. Και αν έλθουν ας περάσουν και να μη σας σκοτώσουν.” Και εκείνοι κατέβηκαν και η αλεπού πέταξε μια πέτρα πάνω τους και έμειναν εκεί. Και ήλθαν οι στρατιώτες και πέρασαν.
Η αλεπού είπε στον μυλωνά, “Είδες εγώ τί καλό σου έκαμα. Εσύ τί θα κάνεις για μένα;” Κι εκείνος είπε, “Όταν ψοφήσεις θα σε βάλω σε ένα χρυσό σεντούκι.” Και η αλεπού έκανε επίτηδες πως ψόφησε. Και η γυναίκα του έκλαιγε. Και ο μυλωνάς είπε, “Ψόφησε, και τί έγινε; Πέταξέ την εκεί έξω.” Κι η αλεπού με μιας σηκώθηκε και του είπε, “Έτσι ήταν πρέπον να μου το κάνεις αυτό;” Κι εκείνος τότε είπε, “Ήμαρτον, ήμαρτον. Θεέ μου άλλη φορά δεν το ξανακάνω αυτό” Ύστερα ψόφησε στ' αλήθεια η αλεπού, και την έβαλε σε χρυσοστόλιστο σεντούκι.
Ύστερα έμειναν μόνο τα κόκαλά της και τα πέταξε έξω.