Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 14 από 19

Η Τελμισσός. Ένας χαζούλης και ένας μυαλωμένος

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

Η Τελμισσός (Telmucun ή Hançereli). Η Τελμισσός ήταν 110 χλμ. ΝΔ της Καισάρειας και 6 χλμ. ΒΔ της Νίγδης. Κατά την Ανταλλαγή είχε Έλληνες ελληνόφωνους 82 οικογένειες, 231 ψυχές και περίπου 50 Τούρκους. Ήταν Κοινότητα (Μουχταρλίκι) υπαγόμενη στο Δήμο (Μουτουρλίκι) του Φερτεκιού, στο Μουτεσαριφλίκι της Νίγδης και στο Βαλελίκι Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου.

14

Τελμισσός. Τόνα τσανό και τόνα αqλού (R. M. Dawkins, σ. 326)

Ήσανε δύο αδέλφια, τόνα τσανό 'τον, και τόνα αqλού 'τον. Είχαν λίγα παλιά σπίçια και λίγα κüνüργια. Είχαν ένα σουρού πρόβατα και δυό βόδια. Το αqλού και λέχ, “Ας κολήσουμ τα πρόβατα, αν μούν σα κüνüργια σα σπίçια, αζ γενούν τα μόνα. Ας κολήσουμ και τα βόδια, αν μούν σα παλιά, αζ γενούν τα σόνα.” Κόλσαν τα πρόβατα, σέμαν σου αqλουδιού σο σπίç. Κόλσαν και τα βόδια, σέμαν σου τσανουδιού.

Σαbαχdάν το τσανό κόφçει τόνα το βόιδ, bαgheρdά λίγα σκυλιά γούλο dαγουçίς το σα σκυλιά. Σαbαχdάν παίρ τ' άλλο τό βόιδ, και παιν σο βουνί. Μι το παίν, άσο gαϊγιαδιού çη ρίζα βγαίν ένα νυφίτσα, μεζελεdίς το. Το τσανό jινενdίς. Ζεν το εκιού, και αφήν, κ' έρχεται. Σαbαχdάν παίν εκιού σον dόπον. Πάλ βγαίν νυφίτσα εμπρό τ, και πάλ μεζελεdίς το. Το τσανό gρέβ τα παράδια για εκιού. Νυφίτσα dεν dα δίν. Τρέχεν απαπάνω. Çυλίς ένα qαϊγιά, ρανά και ένα qαζάν λίρες. Το τσανό γομών çην αbλά τ, qαπαdίς τα. Μι τόρχεται, ρίφçει ένα και λέχ, “Dögüλdüκ”, και αφήν dο, και ρίφç άλο 'να, κ' εκείνο παίρ το. Αούçα αούçα επήεν σο σπίç. Δείχνει παράδα σο αδελφό τ.

Σηκούνdε σαbαχdάν, παίρουν ένα πεΐρ και düσέκ. Παίνουν εκιού dα λίρες, γεμώνουν dα σο δüσέκ. Και τ' απάνω τ γεμώνουν dο χώμα. Έρχουνdαι σο σπίτ. Το αqλού σαλdά το τσανό σου öλçüjü το σπίτ, να φέρ το öλçü. Παιν. Öλçüjüς απέσω γιαπουστουρdούς λίγο μέλι σο öλçüδιού ση ρίζα. Διν το σο τσανό. Και φέρ το σο σπίç. Απαπίσω τ έρχεται και öλçüjüς, και ρανά άση κάπνιν, και μετρούν λίρες. Το αqλού, σον και διή το, παίρ το νüνgιά, πετά το άση κάπνιν. Δέκεν dο σο μέταπό τ. Και έπεσεν. Βγαίν όξω το αqλού το παιδί. Παίρ το öλçüjü ρίφçει το 'ς ένα qουγιούς. Φάgheν και λίγα πρόβατα, ρίφçει τα σο öλçüjü απάνω. Έρχεται του öλçüjü ναίκα, αραdeς το, dεν dο βρίσκ. Κατεβάζουν το τσανό σο qουγί. Παίρ ένα πόστ, πετά το απάνω, και λέχ, “Του öλçüjü. τα σαqάλια άσπρα νdαι γιόξα μάβρα νdαι;” Εκείνα ανgλάτσαν dο τό έν τσανό, ξέβαλάν dο άσο qουγί. Άφκεν και πήγεν σο σπίç του öλçüjü ναίκα.

0 Πρόδρομος Μερκουρίου Καγεκεϊσίδης

Ερμηνεία Τελμισσός. Ένας χαζούλης κι ένας μυαλωμένος

Ήταν δυο αδέλφια, το ένα ήταν χαζό και το ένα ήταν έξυπνο. Είχαν λίγα παλιά σπίτια και λίγα καινούργια. Είχαν ένα κοπάδι πρόβατα και δυο βόδια. Ο έξυπνος λέει, “Ας σαλαγήσουμε τα πρόβατα. Αν μπουν στα καινούργια σπίτια ας γίνουν δικά μου. Ας στείλουμε και τα βόδια, αν μπουν στα παλιά, ας γίνουν τα δικά σου.” Σαλάγησαν τα πρόβατα, μπήκαν στο σπίτι του μυαλωμένου. Διαβουκόλησαν τα βόδια, μπήκαν στου χαζού.

Χαράματα, ο χαζός σφάζει το ένα βόδι. Φωνάζει λίγα σκυλιά, όλο το μοιράζει στα σκυλιά. Το πρωί παίρνει το άλλο βόδι και πηγαίνει στο βουνό. Με το που πάει εκεί, από τη ρίζα του βράχου βγαίνει μια νυφίτσα, τον παζαρεύει. Ο χαζός συμφωνεί. Δένει το βόδι το αφήνει και έρχεται. Το πρωί πηγαίνει σ' εκείνο στον τόπο. Πάλι βγαίνει η νυφίτσα εμπρός του, τον παζαρεύει. Ζητάει ο χαζός τους παράδες για το βόδι. Η νυφίτσα δεν τα δίνει. Τρέχει πάρα πάνω πάνω. Τσουλάει ένα βράχο, βλέπει ένα καζάνι λίρες. Γεμίζει ο χαζός τον κόρφο του και τα σκεπάζει. Ως έρχεται, ρίχνει μια λίρα και λέει “Ρίξαμε”, και την αφήνει. Ρίχνει άλλη μία κι εκείνη την παίρνει. Έτσι κι έτσι πήγε στο σπίτι. Δείχνει τους παράδες στον αδελφό του.

Σηκώνονται το πρωί, παίρνουν ένα άλογο και ένα στρώμα. Πηγαίνουν εκεί στις λίρες, τα γεμίζουν στο στρώμα. Και από πάνω γεμίζουν με χώμα. Έρχονται στο σπίτι. Ο έξυπνος στέλνει τον χαζό στο σπίτι του ζυγιστή να φέρει το μετρητή. Πάει. Ο ζυγιστής από μέσα κολλάει λίγο μέλι στον πάτο του μετρητή. Το δίνει στον χαζό. Και το φέρνει στο σπίτι. Από πίσω έρχεται και ο ζυγιστής, και βλέπε από την καμινάδα μετρούν λίρες. Ο έξυπνος μόλις τον βλέπει, παίρνει το βαρίδι και το ρίχνει απ' την καμινάδα. Τον βάρεσε στο μέτωπο. Και έπεσε κάτω. Βγαίνει έξω το έξυπνο παιδί, παίρνει τον ζυγιστή τον ρίχνει σε ένα λάκκο. Σφάζει και λίγα πρόβατα και τα ρίχνει πάνω στον ζυγιστή. Έρχεται η γυναίκα του ζυγιστή τον αναζητεί, μα δεν τον βρίσκει. Κατεβάζουν το χαζό στο λάκκο. Παίρνει μια προβιά, την πετάει επάνω και λέει, “Τα γένια του ζυγιστή είναι άσπρα ή μήπως είναι μαύρα;” Εκείνοι κατάλαβαν πως είναι χαζός, τον έβγαλαν από το λάκκο. Τους άφησε η γυναίκα του ζυγιστή πήγε στο σπίτι της.

Πρόδρομος Μερκουρίου Καγεκεϊσίδης