Ουλαγάτς (Ulu ağaç = ύψιστο δέντρο). Βρισκόταν σε απόσταση 93 χλμ ΝΔ της Καισάρειας και 16 χλμ ΒΑ της Νίγδης. Κατά την Ανταλλαγή είχε Έλληνες ελληνόφωνους 146 οικογένειες, 398 ψυχές και περίπου 50 οικογένειες Τούρκους. Ήταν Δήμος που υπαγόταν στο Καϊμακαμλίκι του Πόρου, στο Μουτεσαριφλίκι της Νίγδης και στο Βαλελίκι του Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου. Το γλωσσικό ιδίωμα του Ουλαγάτς είχε επηρεαστεί από την τουρκική πιο πολύ από πολλές άλλες κοινότητες της Καππαδοκίας.⟨44⟩
8
Ουλαγάτς. Ένα φσάχ (R.D. σ. 358)
Άνdρα ναίκα, έγισgε ένα φσάχ. Ιτό dο παιγί έπε κι, “Ώνα,” έπε,”να εννώ πατισάχ,” έπε. “Βαβά μ,” έπε, “να κονώς,” έπε, “τα χέρια μ λερό, και μάνα μ,” έπε, “να dέκ το πεσκίρ.” Ιçά ότλαα άκουσαν, üλκελένσαν. Και dο ναίκα έπε κι, “Άς φέρουμ σανdêκ. Ας το μάσουμ ιτό dο παιγί, και το πετάσουμ το dανίς.”
Σόναdαν ιτό üζερέκdεν üζερέκdεν ήρτε dενιζιού το στόμα. Σόναdαν εκού χώρσεν dο ένα χαλαγιέκ, και πήγε, λάλσε dο αγά τ. Αγά τ και έπε κι, “Έγερ ετό αν έν κανείς,” έπε, “να γεν το μο. Αν έν μάλ”, έπε, “ας έν το σότιρ,” έπε. Άνοιξαν dο, τράνσεν. Ένα μιçίκο φσάχ üζdά και κάιγεται. Ιτό το παιγί πήρεν dο αγάς, έπgεν dο εβλάdι τ.
Ιτό dο παιγί παίνισκεν έροτον d' ισκόλιον. Σόνα dο πατισαχιού dο σπίτ ήρταν ερυό çίνε. Ιçά dα çίνες ατί döγιüσdιναν. Ιτό dο πατισάχ çêghêρσε κ' ούλα dα χαλαγιούκια τ, και έπε κι, “Ιçά dα çίνες ατί döγιüσdüν; εγίπ,” έπε. Εκεινιά dεν d' έμααν. Ιτό έπε κι, “Τρία μέρες εν μουσαdέ,” έπε.
Σόναdαν ιτό dο χερίφος ήρτεν dο σπίτι τ. Dουσüνdüνισgε κάγοτον. Σόναdαν το παιγί ήρτε απ d' ισκόλιον. Εμ bας το πατισάχ έπε κι, “Ότις dο μαγίν ιτό,” έπε, “να dέκω το πατισαχλêghê μ,” έπε. Ιτό το παιί έπε κι, “Ατί dουσüνdάς;” έπε. Dο βαβά τ λε κι, “Νε γης το ισύνα;” έπε. Dο παιγί λε κι, “Τί γεν; Ισύ ιμιάς λάλ,” έπε. Βαβά τ λε κι, “Παιί μ,” λε, “ένα μέρα πατισαχιού το σπίτ ήρταν ερυό çίνες, και döγιüσdιναν.” Dο παιί λε κι, “Εμέ πάαζ με, βαβά,” λε. Dο βαβά τ πάασέν dο. Έμη πατισαχιού το qονάq, έπgε τεμενάχ. Έπε κι το πατισάχ, “Ατί döγιüσdüν;” εγίπ, έπε. Dο παιγί λε κι, “Τόνα νε βαβά, gαι τόνα νε μάνα. Ιçά döγιüσdüν εγίπ, Çüνκι χάσαν dο παιγί τ.” Ιτό το παιί ότλαγα λάλσε ούçα, dα çίνες ούσαν. Σόναdαν ιτό το πατισαχ έdεκε το πατισαχλêq ιτό dο παιί. Ιτό το παιί έdεκε gαι dο κορίçι τ. Έφααν, έπιαν, σύρσαν μιράτια.
Ερμηνεία. Ένα αγόρι
Ένας άντρας, μια γυναίκα, είχαν ένα αγόρι. Αυτό το παιδί είπε, “Μάνα,” λέει, “Θα γίνω Βασιλιάς. Ο πατέρας μου θα χύνει νερό στα χέρια μου και η μάνα μου,” είπε, “θα κρατάει την πετσέτα”. Εκείνοι όταν τα άκουσαν αυτά νευρίασαν. Και η γυναίκα είπε, “Ας φέρουμε ένα σεντούκι, ας βάλουμε μέσα αυτό το παιδί και να το πετάξουμε στη θάλασσα.”
Ύστερα αυτό, ξεμάκρυνε ξεμάκρυνε έφτασε στην ακτή της θάλασσας. Ύστερα εκεί το ξεχώρισε ένας υπηρέτης, και πήγε το ανέφερε στον Αγά του. Ο Αγάς του είπε, “Αν μέσα είναι κάποιος άνθρωπος, να γίνει δικός μου. Αν είναι περιουσιακά,” είπε, “ας είναι δικά σου”. Το άνοιξαν και πρόσεξαν ότι είναι ένα μικρό αγόρι, ξαπλωμένο και κλαίει. Αυτό το παιδί το πήρε ο Αγάς, το έκανε παιδί του.
Το παιδί αυτό πήγαινε ερχόταν στο σχολείο. Ύστερα στο σπίτι του Βασιλιά ήλθαν δυο πουλιά. Αυτά τα πουλιά τσακώνονταν. Αυτός ο Βασιλιάς προσκάλεσε όλους τους υπηκόους του και είπε, “Αυτά τα πουλιά γιατί τσακώνονται; ντροπή,” είπε. Εκείνοι δεν το έμαθαν. Αυτός είπε, “Τρεις μέρες είναι η διορία.”
Ύστερα αυτός ο άνθρωπος ήλθε στο σπίτι του. Καθόταν συλλογίζονταν. Ύστερα το παιδί ήλθε από το σχολείο. Ο Βασιλιάς πρώτα είπε ότι “Όποιος εξηγήσει αυτό το μαγικό θα του παραδώσω το βασίλειό μου,” είπε. Το παιδί ρώτησε, “Τί σκέφτεσαι;” Ο πατέρας λέει, “Τί σε κόφτει εσένα;” Το παιδί είπε, “Τί θα γίνει, εσύ με μιας πες το.” Ο πατέρα λέει, “Παιδί μου μια μέρα στο σπίτι του βασιλιά ήλθαν δυο πουλιά και μαλώνανε.” Το παιδί λέει, “Πατέρα, εμένα να με πας.” Ο πατέρας του τον πήγε. Μπήκε στο παλάτι του Βασιλιά, έκανε τεμενάδες. Ο Βασιλιάς είπε, “Γιατί μαλώνουν; Είναι ντροπή.” Το παιδί λέει, “Το ένα είναι πατέρας, και το ένα μάνα. Αυτά μαλώνουν, ντροπή. Μαλώνουν γιατί έχασαν το παιδί τους.” Αυτό το παιδί μόλις λάλησε έτσι, τα πουλιά πέταξαν. Ύστερα ο βασιλιάς σ' αυτό το παιδί χάρισε το βασίλειό του. Στο παιδί έδωσε και την κόρη του. Έφαγαν ήπιαν, έφτασαν στην ευτυχία.
Σημειώσεις
- ⟨44⟩ Ι. Ι. Κεσίσογλου “Το γλωσσικό ιδίωμα του Ουλαγάτς” Κ Μ Σ 1951, σ. 2 “Το γλωσσικό ιδίωμα του Ουλαγάτς, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τη γενική γλωσσική, γιατί βλέπει κανείς ως ποιο βαθμό ένα ιδίωμα μπορεί να βαστάξει την επίδραση της ξένης γλώσσας πριν υποκύψει σ' αυτήν. Πώς δηλ., αρχίζει η επίδραση της ξένης γλώσσας, πώς προχωρεί και πώς κατακτώντας έδαφος εκτοπίζει τελικά την παλιά γλώσσα.” ↩